Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Λύκος

Με αφορμή το επερχόμενο live, από το περιοδικό Λύκος.



Ολόκληρη την έκδοση μπορείτε να δείτε εδώ

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Nefeli Walking Undercover live στο The HUB Events



Σας καλούμε στο πρώτο δικό μας δικό μας δικό μας live,


την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012,


στο The HUB Events στα Κάτω Πετράλωνα!




Η ώρα έναρξης θα τηρηθεί με ευλάβεια θεατρικής παράστασης μετρώντας από το 8:30 τρία κουδουνάκια ενώ επιπροσθέτως μπορείτε να φέρετε μαζί το βαφτιστήρι που πάντα θέλατε καθότι το live θα είναι καθιστό.




Είσοδος 8 ευρώ με ποτό.




Το HUB θα βρείτε στην Αλκμήνης 5, παράλληλη της Πειραιώς, πίσω από το εργοστάσιο σοκολάτας του Παυλίδη.





Η Νεφέλη Λιούτα προσωπικά συν οι :




- Αντρέας Κιλτσικσής στην ακουστική κιθάρα και τις φωνές,


- Ρωμανός Λιούτας στην ηλεκτρική κιθάρα, τα μελωδικά κρουστά και τις φωνές,


- Τριαντάφυλλος Μαρούγκας στο κλαρινέττο και


- Θοδωρής Βρανάς στα τύμπανα και τα κρουστά,




σας περιμένουμε ελικρινώς και ανυπερθέτως να μας τιμήσετε με την παρουσία σας!




Αν μη τι άλλο, θα είναι παραλίγο χριστούγεννα.




-------------------------




Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012,


8:30μμ,


8 ευρώ με ποτό,


The HUB Events, Αλκμήνης 5, Κ.Πετράλωνα, τηλέφωνο επικοινωνίας 210 34 11 009

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Live NWU 13.11.12 @ 6DOGS













Φωτογραφίες : Jimmys Georgiopoulos

Επόμενο ραντεβού 16 Δεκεμβρίου 2012

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Live!


Αύριο!

Live Nefeli Walking Undercover, στο 6dogs στην Αβραμιώτου (Μοναστηράκι), ώρα έναρξης 10:00μμ, είσοδος ελεύθερη!

Μαζί μου παίζουν οι :

Αντρέας Κιλτσικσής : ακουστική κιθάρα & φωνές
Τριαντάφυλλος Μαρούγκας : κλαρινέτο
Ρωμανός Λιούτας : ηλεκτρική κιθάρα & φωνές
Θοδωρής Βρανάς : κρουστά

Θα θέλαμε να μπορείτε να φύγετε με μέσα μαζικής μεταφοράς, άρα έγκαιρη προσέλευση θα λειτουργήσει υπέρ σας!

JUMPING FISH NIGHTS: NEFELI WALKING UNDERCOVER

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Corpus

(Με όλο το σεβασμό προς αυτούς που έχουν επιλέξει μια θεώρηση των πραγμάτων διαφορετική από τη δική μου)


   Αν θεωρήσουμε την ηλικιακή ενηλικίωση ως μια κάποια αφετηρία στην πορεία ενός ανθρώπου, έχω υιοθετήσει την αισιοδοξία ως στάση ζωής επίσημα τα τελευταία πέντε χρόνια.
  Ως αισιοδοξία, ορίζω την πίστη οτι κάτι μπορεί να ανορθωθεί ακόμα και αν όλα τα σημεία δείχνουν πως πλησιάζει το έδαφος κατά 99%.
  Η αισιοδοξία λοιπόν δεν περιγράφεται ως ο εφησυχασμός οτι όλα είναι καλά όλη την ώρα ούτε ως αφέλεια περί την αντικειμενική υπόσταση των πραγμάτων. Εγκαθιδρύεται ως επιθυμία να συγκεντρωθεί ό,τι καλό υπάρχει προκειμένου να σωθεί ό,τι καταρρέει, πάντα με την πρωτοβουλία του ανθρωπίνου είδους και όχι από μία νομοτελειακή πεποίθηση οτι όλα θα βρουν το δρόμο τους ακόμα κι αν κανείς δεν προσπαθήσει.
  Η αισιοδοξία αυτή ως μορφή προσωπικού κινήματος, είναι επίσης αυτή που μου υπαγόρευσε καθώς ολοκληρώνω τις σπουδές μου σε οποιονδήποτε τομέα, να παραμείνω στη χώρα και να μην αναζητήσω τη συνέχεια μου στο εξωτερικό. Δεν είναι ο υπάρχων φόβος του αγνώστου για το τι θα συμβεί εκεί έξω ούτε ο αποχωρισμός των εδώ. Είναι η ισχυρή άποψη ότι ο κάθε άνθρωπος έχει ένα προσωπικό χάρισμα το οποίο οφείλει να αξιοποιήσει στο έπακρο προκειμένου να συντελέσει όπως αυτός ξέρει καλύτερα στην ανόρθωση ενός επιπέδου, είτε βιοτικού, είτε πολιτιστικού, είτε στον τομέα των υποδομών, είτε στον τομέα της κοινωνίας, πάντα στα πλαίσια του τόπου και τον ανθρώπου. Η ίδια λοιπόν, ως Νεφέλη Λιούτα, εφοδιασμένη με σπουδές σε παραπάνω από ένα αντικείμενα και ενδιαφέροντα, θεωρώ οτι έχω ένα χάρισμα, όχι καλύτερο ούτε χειρότερο από κάποιου άλλου, το οποίο έχω χρέος να επιστρατεύσω, σε καιρούς καλούς και σε καιρούς κακούς, προκειμένου να δω τον τόπο που με γέννησε και που βαθύτερα με ξέρει, να γίνεται καλύτερος, έτσι γενικά κι αόριστα ειπωμένο.
  Να τοποθετηθώ ως προς το χρέος, καθότι από μόνο του είναι έννοια αυστηρή. Δεν αναφέρομαι σε κάποιο τυφλό χρέος, το οποίο να βρει ρίζα στο οποιοδήποτε εθνικιστικό ένστικτο της οποιαδήποτε κατηγορίας. Ο εθνικισμός καλλιεργεί την άποψη οτι ένας άνθρωπος κι ένας λαός, είναι ανώτερα των άλλων. Με αυτή την άποψη δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε τώρα, εν καιρώ ειρήνης, ούτε αν υποβάλλω τον εαυτό μου στη σκέψη αντίθετων συνθηκών. Κάθε λαός έχει μια ιδιαίτερη ταυτότητα η οποία είναι σημαντική για τον ίδιο και σημαντική για το σύνολο κι εκεί έγκειται η υγιής αγάπη προς αυτό από το οποίο προέρχεσαι. Χρέος λοιπόν, στο δικό μου μυαλό, είναι να υποστηρίξεις την ταυτότητά σου σε καιρό που οι αξίες και η μοναδικότητα περνούν από ισχυρή κρίση και να φροντίσεις για το ισορροπημένο της ταυτόχρονης υπάρξής της με άλλες, εξίσου άξιες και μοναδικές, να φροντίσεις για την αλληλεπίδρασή τους, τα δάνεια και τα αντιδάνεια, τη διεύρυνση των οριζόντων με παράλληλη διατήρηση των πρωταρχικών ερεθισμάτων. Το οποίο σημαίνει, ταξίδεψε, δες, άκου, γεύσου, μύρισε, αλλά επέστρεψε τον αναβαθμισμένο εαυτό σου πίσω και βούτα τον σε ό,τι συμβαίνει εδώ για να το φτιάξεις και να το κάνεις άξια συγκρίσιμο με κάποιο καλύτερο ή φάρο για κάποιο που το βήμα του είναι πιο αργό ή γιατί όχι, φάρο και για κάποιο που μέχρι πρότινος σε ξεπερνούσε. Το χρέος μου λοιπόν συνίσταται στο οτι, αν θέλω το εδώ να έχει κάποια συνέχεια, εδώ είμαι απαραίτητη.
  Κι έτσι με αυτή την παρένθεση ως προς το χρέος και την εισαγωγή περί αισιοδοξίας, φτάνω στον λόγο που γράφεται αυτό το κείμενο.
  Και ο λόγος είναι οτι, μετά τα πέντε χρόνια παγιωμένης αισιοδοξίας και με μια βαθιά πίστη στο δικό μου προσωπικό χρέος, σήμερα είμαι αμήχανη και νιώθω ένοχη.
  Νιώθω ένοχη ως άνθρωπος, που πληροφορούμαι περιστατικά κατάφορης καταπάτησης ανθρώπινων δικαιωμάτων κατοχυρωμένων πολύ προ του Συντάγματος του '75 και η αντίδρασή μου δεν είναι απευθείας κι άμεσα να σηκωθώ από το σπίτι και να βουτήξω εκείνη τη στιγμή στο χαμό και τη φωτιά, αδιαφορώντας για το ποιός υπερτερεί σωματικά, ταξικά ή ως προς τα μέσα, αγνοώντας το αν όλοι έχουν βγει στο δρόμο πια εκατοντάδες φορές και παρακάμπτοντας την τακτοποιημένη λογική μου που μουρμουρίζει οτι είμαστε τόσο συνηθισμένοι στις ομαδικές εξόδους που πια τίποτα δεν θα ταράξει.
  Νιώθω ένοχη ως φοιτήτρια νομικής και αναγνώστρια πληθώρας λογοτεχνικών ή επιστημονικών συγγραμάτων, που ενώ γνωρίζω τα λόγια μεγάλων ανδρών του παρελθόντος και το πώς η ιστορία κάνει κύκλους, αρκούμαι στο να περνάω μαθήματα και να γράφω κείμενα από καιρό σε καιρό στο blog, αντί η ίδια να πρωτοστατήσω ενεργά στο πώς θα διαμορφωθεί το παρόν και το μέλλον μου, παραβλέποντας τη σκέψη πως όλα έχουν γραφτεί και υποθεί ακόμη μια φορά, όπως και τώρα.
  Νιώθω ένοχη ως καλλιτέχνης, που αντί να χρησιμοποιήσω τα τραγούδια μου για να αφυπνίσω συνειδήσεις, τα κρατάω στα συρτάρια και τα φυλάω για μια κάποτε εκλεπτυσμένη έξοδο αντί να τα τραβήξω απ' τα μαλλιά και να τα βγάλω στο δρόμο, αγνοώντας πια το οτιδήποτε.
  Και νιώθω αμήχανη, γιατί ενώ τίποτε καλό δεν είδα τις τελευταίες μέρες, εξακολουθώ να έχω πίστη στον άνθρωπο και να νιώθω το χρέος πιο πολύ από ποτέ τώρα να σιγοβράζει και να καίει βαθιά, μόνο που πια δεν είναι ήσυχο, δεν είναι διακριτικό, δεν είναι μία εξευγενισμένη υπόσχεση για συνδρομή στην διαμόρφωση των πραγμάτων, είναι το οργισμένο πάθος κανείς άλλος να μην προηγηθεί πριν από μένα, κανείς να μη βρει τη λύση νωρίτερα, κανείς να μη με προλάβει στην προσπάθεια αυτόν τον κόσμο που τόσο έχω αγαπήσει και ζήσει σε αυτόν, να τον παραδώσω στα παιδιά μου και στα παιδιά σου και στα παιδιά όλων, εγώ η ίδια προσωπικά και υπεύθυνα, έτσι όπως του αξίζει να παραδοθεί, μία συνέχεια στην οποία πιστεύω, πάλι εγώ, προσωπικά και υπεύθυνα, και την οποία δεν θέλω να απορρίψω υιοθετώντας την άποψη οτι αυτού του είδους δεν του αξίζει συνέχεια. Εγώ. Και ποτέ ξανά αυτό το εγώ δεν είχε τόσο μέσα του το εμείς.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Θερινό ηλιοστάσιο 2012


 Τη στιγμή που θα έρθει η ώρα να φύγω αργά ή γρήγορα από αυτόν τον κόσμο, θα θέλω η τελευταία γνώση μου να είναι ότι είδα εκείνη τη μέρα όσα ήθελα να δω. Τρία παιδιά να παίζουν ρεμπέτικα, ένα σουβλατζίδικο, ένα παιδί με ποδήλατο. Ότι έκανα βόλτα στη γειτονιά μου κι ότι υπήρχαν όλα. Ότι πέρασα από δρόμους με κόσμο κι από δρόμους χωρίς κόσμο. Ότι κάπου φύσαγε κι ότι υπήρξαν δέντρα πάνω από το κεφάλι μου που ήτανε μεγάλα. Ότι διάβασα έστω και δέκα σελίδες. Ότι κάθησα στην ταράτσα και χάζεψα απέναντι κι έτυχε να είναι η μεγαλύτερη μέρα. Ότι άκουσα μουσική που μου άρεσε. Ότι ξύπνησα όπως ήθελα να ξυπνήσω, ότι είχε καιρό που μου άρεσε, ότι ήπια για πρωινό στυμμένο χυμό, ότι έφαγα raspberry muffin για πρώτη φορά, ότι βγήκα από το σπίτι όπως ήθελα να βγω κι ότι ο ήλιος στο δρόμο ήταν όπως έπρεπε να είναι. Ότι μίλησα μέσα στη μέρα με τους περισσότερους από αυτούς που μου είναι σημαντικό να μιλάω και ότι αυτοί ευτυχώς είναι αυτοί που είναι και όχι παραπάνω. Ότι μου άρεσαν τα πάντα κι ότι ήξερα ότι κάποιες μέρες είναι έτσι και κάποιες είναι αλλιώς και ότι ήξερα ότι για κάποιους είναι αλλιώς καιρό και για καιρό. Αλλά ότι κι αυτοί κι εγώ αλλιώς ή έτσι, ήμαστε εδώ στη μεγαλύτερη μέρα. Και ότι πρόλαβα να δω στο τελευταίο μπλε πριν πέσει η νύχτα, μία λωρίδα από ανοιχτό πράσινο στη βάση των κεραιών. Και ότι όσο περπάτησα ο αέρας μύρισε όλα όσα ήθελα να μυρίσω. Κι ότι ήμουν εκεί. Και ότι όλα αυτά, ότι ήταν τώρα.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Rewind

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας - Εξέγερση



Διονύσης Τσακνής - Εξουσία

 


Τρύπες - Ένα πληρωμένο τραγούδι




Γιάννης Σπυρόπουλος Μπαχ (μουσική), Αγαθή Δημητρούκα (στίχοι), Λαυρέντης Μαχαιρίτσας (ερμηνεία) - Σημάδι σταθερό

 

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Riverside (Κύκλος Των Προσωπικών Αναρτήσεων)

Το 'Riverside' είναι η τελευταία αγαπημένη μου επιλογή. Την έφτιαξα περίπου τέτοιο καιρό πέρυσι, μόνο λίγο πιο μπροστά στο καλοκαίρι. Η πρώτη δόση κομματιών υπήρξε μέσα στον Ιούλιο και μαζεύτηκαν όλα τους στο σύνολο λίγο πριν μπει ο Αύγουστος.

Ήταν η εποχή που είχε τελειώσει ένας κύκλος σπουδών βιολιού και είχα πια στα χέρια μου το δίπλωμά μου, είχε τελειώσει η εξεταστική, είχαν τελειώσει τα live των Leon για τη χρονιά, έμεναν λίγες μέρες μόνο στην Αθήνα και μετά θα ακολουθούσε ένας μήνας στην Εύβοια ύστερα από τρία καλοκαίρια απουσίας. Οι περισσότεροι είχαν φύγει, οι δρόμοι ήταν άδειοι, με τον αδερφό μου χαζεύαμε τις βιτρίνες στην Ερμού και ο ήλιος έπεφτε στις πλάκες, τις ζέσταινε και τις έλιωνε κάτω από το φως κι εμείς κινούμασταν ανάμεσα στα κτίρια και τις πλατείες, τα μπαλκόνια και τις ταράτσες με το γλυκόπικρο συναίσθημα του ανθρώπου που είναι ακόμα εδώ.

Η επιλογή δεν ήταν για μένα και τα τραγούδια που μπήκαν μέσα ήταν ως επί το πλείστον από μπάντες που ούτε γνώριζα πιο πριν, ούτε αγαπούσα ιδιαίτερα. Ούτε ήξερα με πιο συνδετικό κρίκο τη φτιάχνω. Λίγο ο σαν κάπως καθαρός ήχος σε όλα τα κομμάτια, οι κιθάρες που είχαν ίσως στο σύνολο ένα σκεπτικό στο χρώμα και τα αρπίσματα που με έλκυε πολύ, οι φωνές σαν ήχος μέσα στο σύνολο σε σχέση με αυτές τις κιθάρες, τα έγχορδα που ήταν λίγα στο σύνολο αλλά όταν έμπαιναν με λίγωναν, ίσως μια αίσθηση από τα 90's, έστω και απ' τα τέλη τους, που πάντα με κερδίζει όταν νιώθω πως την ψηλαφίζω στο κομμάτι. Ενδεχόμενως, όπως ισχυρίζομαι κάθε φορά που συλλογιέμαι αγαπημένα μου κομμάτια, να μη με είχαν αγγίξει αν δεν τα είχα ακούσει συγκεκριμένη στιγμή σε συγκεκριμένο χώρο με συγκεκριμένους ανθρώπους, είτε την πρώτη τους φορά είτε στην επανάληψη, γυρίζοντας από εκείνο το live στην πισίνα εκείνης της ταράτσας, στο soundtrack εκείνης της ταινίας εκεί τότε, σε εκείνο το προφίλ myspace ενώ έψαχνα το τραγούδι 11 χρόνια, εκείνο το πρωινό στην κουζίνα, τότε στο αυτοκίνητο φεύγοντας.

Στο δικό μου μυαλό, συνέβη αυτό που συμβαίνει με τις επιλογές που αργότερα θα χαρακτηρίσω ως τις αγαπημένες μου και αυτό είναι να είμαι σίγουρη οτι αυτό το κομμάτι υπάρχει εκεί που υπάρχει κι εγώ είμαι σίγουρη οτι το θέλω έτσι 100% και αυτό για όλα και είναι έτσι για εμένα υπέροχα εντελώς υποκειμενικά. Και ότι η επιλογή ξεκινάει και με πιάνει σε μια α συναισθηματική κατάσταση για να με αφήσει στο τέλος σε μία β. Έτσι λοιπόν, το 'Riverside' κατέληξε να είναι η τελευταία μου αγαπημένη επιλογή και δε θα τα θυμόμουν όλα αυτά, αν δεν την ακούγαμε στο αυτοκίνητο γυρίζοντας από Εύβοια και δε με πήγαινε ακριβώς εκεί που με άφησε ένα χρόνο πριν. Έμεινα στο νερό για δύο ώρες, έλιωσα στον ήλιο, έφαγα μούρα, διάβασα για την εξεταστική στην πίσω αυλή, φάγαμε σουβλάκια και είδαμε το ματς, 23.30 ξεκινήσαμε για την Αθήνα και ήταν αυτή η γλυκειά ώρα που ξυπνάς στη μέση της επιλογής και όλοι σταματάνε να μιλάνε ψιθυριστά και παίζει το αγαπημένο σου τραγούδι, μόνο που αυτή τη φορά το βίωσα όλο ξύπνια.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Πού να ταξιδέψεις εντός εξεταστικής

Το βιβλίο θα λέει :

"Κατά τη lex contractus κρίνεται 1) αν η σύμβαση είναι αιτιώδης ή αναιτιώδης (αλλά το δίκαιο που διέπει την αιτία προσδιορίζεται από το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους της lex contractus)."


Θα τσακίσω το βιβλίο στη σελίδα 213 και θα το κλείσω με το μολύβι ανάμεσα. Θα βάλω το καρώ φουστάνι με τις μεγάλες τσέπες και θα βγω από το δωμάτιο αφήνοντας τα παράθυρα ανοιχτά. Θα κατέβω τις σκάλες μα στα μισά θα γυρίσω, θα βάλω στην τσάντα το δέμα που είναι τυλιγμένο στη σακούλα του βίντεο κλαμπ και τα μολύβια και θα ξανακατέβω.


Θα βγω για λεωφορείο, θα έχει φως και άλλον έναν άνθρωπο στο παγκάκι. Ύστερα το λεωφορείο θα έρθει κι εγώ θα κατέβω μετά από τέσσερις στάσεις. Ο προορισμός μου θα είναι στην πέμπτη αλλά το φανάρι στην τέταρτη. Ύστερα το ρολόι θα δείξει 17:53 και μπροστά μου θα σταματήσει ο προαστιακός.


Θα καθήσω σε καθίσματα των τεσσάρων και θα είναι Ιούνιος. Θα περάσουμε το Ηράκλειο, την Πεντέλη, το Κορωπί, ύστερα θα φτάσουμε στο αεροδρόμιο.


Εκεί θα κατέβω χωρίς βαλίτσες, θα ανέβω τις κυλιομένες, θα περάσω απέναντι και θα μπω στο χώρο των check - in. Θα περπατήσω στο γυαλιστερό παρκέ επίτηδες σα να γλιστράω. Θα είναι η ώρα που δεν έχουν ανοίξει ακόμα τα φώτα, κάποια σημεία θα είναι πιο σκοτεινά, κάποια πιο φωτεινά. Θα σταθώ για λίγο όρθια κοιτώντας μια είσοδο στα αριστερά μου με την πλάτη στα check - in και ο ήλιος θα μπαίνει κόντρα αφήνοντας στο παρκέ μεγάλες γραμμές από σκιές.


Ύστερα θα αγνοήσω το check - in και θα προχωρήσω προς το βάθος. Αφού στρίψω λίγο προς τα μέσα και πίσω, θα φτάσω μπροστά στην ταμπέλα που θα γράφει κάτι τόσο υπέροχο όσο η λέξη "φαγητοχωριό". Θα προσπεράσω τις πίτσες, το σούσι, τα σάντουιτς, τα φρούτα, τους χυμούς, θα πάρω έναν καφέ σκέτο γαλλικό σε χάρτινο και κάτι γλυκό. Θα εναλλάσσω τις μπουκιές, μία καφέ, μία γλυκό, μία καφέ, μία γλυκό, θα γουργουρίσω ψιθυριστά από ευχαρίστηση, ύστερα θα βρω ένα παγκάκι που να κοιτάει έξω και θα κάτσω όσο θα πέφτει ο ήλιος, να χαζεύω αυτόν που θα πέφτει, τις βαλίτσες και τους ανθρώπους.


Και μετά θα μπώ στον προαστιακό και θα γυρίσω σπίτι και θα έχω δει τον κόσμο τόσο έξοχο όσο υπήρξε όταν ήταν ακόμα άγνωστος.


ΥΓ Πήρα το βιβλίο με τα σκίτσα και τα προσχέδια του Shaun Tan χωρίς να έχω ιδέα ποιός είναι και τι σχεδιάζει αφού περάσει τα προσχέδια. Έκτοτε το έχω πάντα πάνω μου τυλιγμένο σε μια σακούλα βίντεοκλαμπ για να μη λερωθεί. Το βιβλίο είναι γεμάτο από εικόνες ζωγραφισμένες άλλοτε σε κανονικά χαρτιά κι άλλοτε σε χαρτοπετσέτες και χαρτιά αποδείξεων. Είναι όλες τόσο δικές μου που ένα μέρος μου θα ήθελε κανείς να μην ξέρει τις ζωγραφιές του Shaun Tan παρά μόνο εγώ.


* 'How great it must have been long ago, when the world  was still unknown.' Shaun Tan, 'Tales From Outer Suburbia'

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Σημείωσεις της Τετάρτης 6 Ιουνίου 2012

ή Πώς Η Πορεία Της Διάθεσης Προς Τέλεια Πτώση Κατέληξε Σε Απροσδόκητη.



0) Μάιος 2012 : ωραίος μήνας. Τελευταία Τετάρτη του μήνα : ωραιότερη Τετάρτη. Είσοδος Ιουνίου 2012 : συμπαθητική. Πρωινό ξύπνημα Σαββάτου 2 Ιουνίου : μέτριο.

1) Σάββατο 2 Ιουνίου. Γενική πρόβα μαθητικής συναυλίας στο Γέρακα. Λήξη πρόβας νωρίτερα, κλείσιμο πνευματικού κέντρου, φυγή μαθητών, συναδέρφων δασκάλων, υπεύθυνων κέντρου. Διάρκεια αναμονής έξω από το κέντρο : 29 λεπτά. Χώρος αναμονής : δέντρο απέξω. Ίσκιος, γρασίδι, μεγάλη πλατεία, μεγάλος ουρανός, μεγάλη ησυχία, μεγάλα μυρμήγκια στο δέντρο.

2) Πρωινό ξύπνημα Κυριακής 3 Ιουνίου 2012 : κακό. Τηλεφωνική αναστάτωση. Συναυλία Γέρακας. Μεγάλη πλατεία, μεγάλος ήλιος πορτοκαλής, γρασίδι, δέντρα, ευτυχισμένα παιδάκια με ποδήλατα / ευτυχισμένα παιδάκια με βιολιά / πιάνα / μαντολίνα / κιθάρες / μαμάδες / μπαμπάδες. Σουβλάκια, πατάτες, χωριάτικη. Πιτούλες.

3) Πρωινό ξύπνημα Δευτέρας 4 Ιουνίου 2012 : χειρότερο. Τύψεις για απουσία διαβάσματος εξεταστικής. Θάλασσα. Καλαμαράκια. Ωραίο φως στην Αττική Οδό. Υπόσχεση για διάβασμα.

4) Πρωινό ξύπνημα Τρίτης 5 Ιουνίου 2012 : χείριστο. Τράπεζα. Πλατεία Ν. Φιλαδέλφειας - προαστιακός Μεταμόρφωσης με τα πόδια, μέση διάρκεια : 42 λεπτά. Βαριά τσάντα. Πιασμένος ώμος, πιασμένη πλάτη, ήλιος στο κεφάλι, ελάχιστη βαρύτητα, πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Γέρακας. Τελευταία μαθήματα για τη χρονιά. 1 ντομάτα = 32 λεπτά του ευρώ + 1 κουλούρι = 50 λεπτά. Μεσημεριανό των 82 λεπτών στο παγκάκι στις κούνιες. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Περπάτημα Γέρακα από την πίσω μεριά του πνευματικού κέντρου. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Πρώτα δύο μαθήματα της μέρας. Υπόσχεση για καταμέτρηση μπάνιων και παγωτών και αναφορά τον Οκτώβριο. Ζωγραφιές. Αυτοκόλλητα. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 30. Κενό μίας ώρας. Περπάτημα Γέρακα από τα δεξιά του πνευματικού κέντρου. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 15. Τρίτο μάθημα. Έβγαλε το dust in the wind με το αυτί. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Και τα δύο βιολιά. Πόντοι ανύψωσης διαθεσης : 20. Τέταρτο μάθημα : απρόσμενα καλή prima vista. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Κενό μιας ώρας. Περπάτημα Γέρακα από τα αριστερά και πάνω. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 10. Τελευταίο μάθημα. Βραχιολάκι με καρδούλα. Ζωγραφιές σε χαρτάκι. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 15. Επιστροφή σπίτι : συννεφάκια, πορτοκαλής ήλιος, αέρας, ψητό της κατσαρόλας με ρύζι, πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 25. Περπάτημα Φιλαδέλφεια για χώνεψη, καρπούζια, ποδήλατα, ανοιχτό θερινό, μεζεδοπωλεία, καφέ. Πόντοι ανύψωσης δάθεσης : 30. Επιστροφή,  In Absentia των Porcupine Tree στο repeat, επιθυμητή νοσταλγία. Πόντοι ανύψωσης διάθεσης : 40. Ανοιχτό το The Bends. Ετοιμασία για ύπνο. Ύπνος με το The Bends. Διάθεση από το μείον 500 στο μείον 265.

5) Πρωινό ξύπνημα Τετάρτης 6 Ιουνίου 2012. Διάθεση από το μείον 265 στο 0. Κρασοκουλουράκι 5 πόντοι, κουλουράκι πορτοκαλιού 7, μουστοκουλουράκι 10. Μπαλκόνι, τραπέζι, κρύο τσάι, ιδιωτικό διεθνές, έναρξη διαβάσματος εξεταστικής. 30 πόντοι. Archive - Londinium, επιθυμητής νοσταλγίας συνέχεια, 70 πόντοι. Συνεχόμενο διάβασμα, 120 πόντοι. Μεσημεριανό. Λαδερές μπάμιες στο φούρνο με κόκκινη σάλτσα και λιωμένη φετούλα, γιαούρτι στο πλάι, ψωμάκι στη σάλτσα, 100 πόντοι. Κι άλλο διάβασμα, 150 πόντοι. Camille - Le Fil, 70 πόντοι. Αποχή από το κινητό : 85 πόντοι. Ησυχία μεσημεριού, μπλε ουρανός, άσπρα συννεφάκια, κατεβασμένη τέντα, μπαλκόνι, αέρας, ανάμνηση Αιγαίου, 90 πόντοι. Κι άλλο διάβασμα, 180 πόντοι. Απρόσμενο τηλεφώνημα στο σταθερό : 190 πόντοι. Κατάστρωση προγράμματος διαβάσματος, αναλογία απαιτούμενο χρόνου διαβάσματος και διαθέσιμου χρόνου : οριακά ιδανική, 200 πόντοι. Προοπτική διαβάσματος στην ταράτσα : 300 πόντοι. Πρόταση για Θανάση Παπακωνσταντίνου την Κυριακή στην "Τεχνόπολις", ανοιχτό live, όλοι οι στίχοι απέξω, ξελαρύγγιασμα, 500 πόντοι. Όλα στη θέση τους : 800 πόντοι. Καλοκαιράκι : 1000 πόντοι.


 

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Ο κουρνιαχτός



Ήρθε ήσυχα μετά το μεσημεριανό που κανείς δεν πρόσεχε και με ένα τρίξιμο θρονιάστηκε πάνω από την πόλη.
Στην αρχή ήταν η σκόνη πάνω στα νυχτολούλουδα, η γύρη στην άκρη των μπαλκονιών και ένα τσούξιμο στα μάτια.
Μετά το παλιό πιάνο χρειαζόταν συνέχεια ξεσκόνισμα και μια μέρα μετρήσαμε εικοσιτρία φτερνίσματα στη σειρά.
Έπειτα ήταν τα ασπρόρουχα στην ταράτσα, ο μπαμπάς άπλωσε τα σεντόνια κάτω από τα ξύλινα μανταλάκια, ήρθε η σκόνη από την Αφρική, διπλώσαμε τα σεντόνια κρατώντας τις άκρες προσεκτικά, ένα, δύο, τρία, τέσσερα διπλώματα και στις τσακίσεις βολεύτηκαν ανενόχλητα δέκα, δεκαπέντε, είκοσι μικροσκοπικά καφέ σωματίδια.
Και έπειτα ήταν εκείνη η Τετάρτη στις 6.30 το απόγευμα, όπου ο ήλιος ετοιμαζόταν να πέσει πίσω από το παλιό νεκροταφείο στην άκρη του χωριού και κόντρα στο πορτοκαλί φως σηκώθηκαν άσπρες νιφάδες από τις μεγάλες λεύκες και αιωρήθηκαν πάνω από τις ήσυχες πλάκες για να πέσουν σιωπηλά στη γη μαζί με τις χούφτες απ' το χώμα.
Τώρα ο κουρνιαχτός είναι καφέ και παχύς και έχει αγκιστρωθεί από τις ταράτσες της πόλης σα σεντόνι, εγλωβίζοντας τον αέρα μέσα και κάτω και γύρω από αυτόν.
Οι άνθρωποι κλείνουν τα παράθυρά τους γιατί δε θέλουν να μπει στα σπίτια η καφέ σκόνη και να κάτσει πάνω στους καναπέδες τους. Ξεσκονίζουν το τζάμι της τηλεόρασης και παρακολουθούν τη σκόνη από εκεί. Κάνουν μεγάλες χειρονομίες και μιλάνε με μεγάλη φωνή χρησιμοποιώντας μεγάλες λέξεις κατά τη διάρκεια του βραδινού. Καμιά φορά ο κουρνιαχτός ξεδιπλώνεται να ξεπιαστεί πάνω από τις κεραίες και τότε χάνεται το σήμα, ο ήχος κι η εικόνα και οι άνθρωποι λένε ανέκδοτα όπως αυτό που ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός κι ένας Έλληνας.
Υπάρχουν και άλλοι που η καφέ σκόνη μπήκε σιγά σιγά από τις γρύλιες και κάθησε στους παραζεσταμένους υπολογιστές τους και τις καρέκλες τους στο σχήμα του κορμιού και τότε αυτοί είπαν οτι θα φύγουν από εδώ και θα πάνε αλλού που δεν έχει σκόνη ή εκεί που η σκόνη δεν είναι καφέ ή εκεί που η σκόνη δε λέγεται σκόνη. Έχουν περάσει δύο μέρες, δύο μήνες, ίσως έχουν περάσει δύο χρόνια, δεν έφυγαν, θα φύγουν όμως, άρα η παραμονή τους εδώ είναι περιστασιακή και αυτοί από εδώ περαστικοί όσο περνάνε οι δύο μέρες, οι δύο μήνες, ίσως τα δύο χρόνια.
Και υπάρχουν και αυτοί που άνοιξαν τα παράθυρα και ο κουρνιαχτός μπήκε όλος μέσα, κάθησε στα έπιπλα, κάθησε στους τοίχους, κάθησε στα ξύλινα πατώματα, μπήκε στον οργανισμό από τα αυτιά, τη μύτη, το στόμα, τα μάτια, σκόνισε τις βλεφαρίδες και θάμπωσε τα φρύδια, άλλαξε τα χρώματα στα ρούχα, το διακριτό στην άρθρωση. Τότε με την ανάστροφη του χεριού σκούπισαν όση σκονή μπορούσαν απ' τα μάτια, άνοιξαν την πόρτα, βγήκαν στην ταράτσα, ανέβηκαν στις δεξαμενές, το πιάτο της NOVA, τις κεραίες, σκαρφάλωσαν στην πιο γερή και στην αρχή ο κουρνιαχτός ήταν πηχτός και μαύρος και παντού αλλά μετά ξαφνικά όλα ησύχασαν και ήταν πάλι νύχτα.
Αλλά ήταν νύχτα από αυτές που ο αέρας είναι καθαρός, ο ουρανός είναι ένα μπλε ανοιχτό σαν τις πρώτες νύχτες του Μαγιού και το φεγγάρι ψιλό ψιλό στην άκρη. Τα πρώτα τραπέζια έχουν βγει στον πεζόδρομο και γύρω γύρω μυρίζουν όλα αυτά που μυρίζουν κάθε άνοιξη και σε πηγαίνουν μπρος και πίσω βουτώντας σε μέσα ολόκληρο, η πρώτη τσίκνα στον αέρα, τα άνθη στις νερατζιές, το νερό στις ζεσταμένες πλάκες, τα νυχτολούλουδα. Δεν είπε κανείς οτι η πίκρα δεν είναι πια εκεί αλλά ακούς τα πιρούνια που ακουμπάν στα πιάτα και ο ήχος φεύγει από το απέναντι μπαλκόνι και φτάνει στο δικό σου και τα φώτα ανάβουν σιγά σιγά ένα ένα στα γύρω σπίτια.

Έχεις ένα παρελθόν, ένα παρόν και ένα μέλλον.

Σεβάσου το παρελθόν σου. Απαγκιστρώσου από την άκαμπτη αρχαιότητα. Χρόνια είναι αυτά και φεύγουν. Ένα εμβληματικό μνημείο και ένας ένδοξος άντρας δεν εγγυώνται τη δικιά σου εμβληματικότητα, κανείς δεν καθορίζει τι θα είσαι παρά μόνο εσύ. Κι αν πιστεύεις στην ανωτερότητα του γονιδίου σου, δίπλα στον Λεωνίδα υπάρχει πάντα και ο Εφιάλτης.
Διάβασε την ιστορία προσεκτικά. Αυτό που μένει δεν είναι τα γεγονόταν αυτούσια αλλά η κάλυψή τους από ανθρώπους που ήρθαν, έγραψαν και φύγαν απ' τη γη αφήνοντας πίσω μόνο τα γραπτά τους. Διασταύρωσε πηγές. Διάλεξε οπτική της ιστορίας που σου φαίνεται πιο ακριβής. Μην αγιοποιείς τους ήρωες του 1821, οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν αλτρουιστής ήρωας με μπέρτα και δεν υπήρξε δασκάλα με χρυσά μαλλιά σε κρυφό σχολειό της Finos Film.
Σεβάσου το παρόν σου. Σεβάσου αυτά που αγαπάς κι αυτά που ερωτεύεσαι. Σεβάσου τον εαυτό που ήσουν την πρώτη φορά που έκανες έρωτα. Σεβάσου τα παιδικά σου χρόνια. Σεβάσου τη γιαγιά που παράτησε τη Γερμανία της φάμπρικας και γύρισε πίσω να μεγαλώσει τα ορφανά της αδερφής του άντρα της για να σβήσει πια τώρα αγαπημένη στα χέρια παιδιών κι εγγονιών, ύστερα από χρόνια γεμάτα ξενιτιά και καπνοχώραφα.
Σεβάσου το μέλλον σου. Μην αφήσεις στα παιδιά σου μια καμμένη γη και μην τα αφήσεις να αναρωτηθούν γιατί σίγησες όταν χρειάστηκαν κραυγές.
Σεβάσου τις κραυγές. Μην τις χρησιμοποιείς σε κάθε ενδεχόμενο γιατί τότε χάνουν τη δύναμή τους και χαϊδεύουν τα αυτιά αντί να τα ματώσουν. Χρησιμοποίησε τα μέσα συμμετοχής και αντίδρασης που έχεις με σοφία και ενάλλαξέ τα με φαντασία.
Σεβάσου τη φαντασία σου. Χρησιμοποίησε τη δημιουργικότητά σου σε κάθε ευκαιρία και δες πώς μπορείς με απλούς τρόπους να κερδίσεις σε πόρους και ενέργεια ώστε να μείνουν αποθέματα για την επόμενη φορά χωρίς να υστερήσεις σε ποιότητα. Πάρε παράδειγμα από άλλους που το κατάφεραν είτε αυτοί είναι δάσκαλοι σε μικρά σχολεία της επαρχίας είτε αγρότες στις άκρες των συνόρων.
Σεβάσου την ιδεολογία σου. Και αν χρειαστεί να ξαναψηφίσεις, μείνε πιστός σε αυτήν παρά την ενδεχόμενη ανεπάρκεια πλήρους κάλυψής της από υπάρχοντα κόμματα. Υπάρχουν διαφορές, υπάρχει ιδεολογία, είτε αυτή είναι η θέση που θα πάρεις στο ερώτημα ιδιωτική ή δημόσια υγεία είτε αυτή είναι η θέση που θα πάρεις στο ερώτημα παραμονή στην Ευρώπη ή όχι. Γνώριζε τι ζητάς και τι σε εκφράζει. Διάλεξε φορείς που σε καλύπτουν περισσότερο, μικρούς ή μεγάλους ώστε να ξέρεις οτι σε μια κυβέρνηση που θα σχηματιστεί θα υπάρχει έστω και ένα ψήγμα φωνής που να εκφράζει ακόμα και ένα 1% των σκέψεων σου αντί για το 0.
Σεβάσου τον άνθρωπο. Προβλήματα υπάρχουν αντικειμενικά αλλά δεν έχεις κανένα δικαίωμα να αφήσεις ανθρώπους να σέρνονται αιμόφυρτοι στο όνομα της καθαρότητας. Μπορείς να διεκδικήσεις σχεδιασμό και υλοποίηση προγραμμάτων ενσωμάτωσης αλλά δεν μπορείς να μην είσαι άνθρωπος. Μην ξεχνάς πώς έφυγες κι εσύ κάποτε από εδώ, έγραψες τραγούδια για μια γη που νοστάλγησες και ίσως πέθανες μακρυά από αγαπημένα πρόσωπα μιλώντας πια μια άλλη γλώσσα.
Σεβάσου το καινούριο. Δώσε βήμα σε νέους ανθρώπους όταν δεις οτι οι παλιοί που έχουν την εγγύηση του χρόνου αποτυγχάνουν ξανά και ξανά. Δώσε ευκαιρία σε κάτι φρέσκο, τύλιξέ το με την εμπιστοσύνη σου και δες αν θα τα καταφέρει. Αν όχι, την επόμενη φορά διάλεξε κάτι άλλο. Η εμπειρία μετράει μέχρι εκεί που αποδεικνύεται το αντίθετο.
Και αν αφού κατάπιες τη σκόνη, ανέβηκες στην πιο ψηλή κεραία και εισέπνευσες ξανά τον καθαρό νυχτερινό αέρα, σεβάσου την ανάσα σου και γύρνα πίσω. Ο κουρνιαχτός μπήκε στη μύτη, το στόμα, τα αυτιά σου και τα μάτια αλλά δεν μπήκε σε αυτό που είναι μέσα. Και όσο αυτό είναι εκεί, έχεις χρέος απέναντί του να πάρεις βαθιά ανάσα και να γυρίσεις πίσω να εκπνεύσεις.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Με τι ασχολήθηκαν τα μίντια το διάστημα 18/03 - 30/04/12

Αναδημοσίευση από το τέλος προς την αρχή :

Judas Mohawk : Nefeli Dancing Underwater


 " Τα παιδικά παραμύθια μερικές φορές είναι σκοτεινά. Οι ματζόρε κλίμακες μπορεί να κρύβουν δυστυχία και κάποια μινόρε να σου χαρίζουν χαμόγελα. Υπάρχουν υπόγεια που βρίσκουμε περισσότερο φως απ’ότι σε  ξέφωτα. Αντικείμενα με περισσότερη ανθρωπιά από τις μηχανές που μιλάνε για αγάπη. Είναι και αυτές οι μουσικές που όσο σε σπρώχνουν μακριά τους, τόσο πολύ θες να επιστρέψεις και να τις μελετήσεις ξανά και ξανά. Η Νεφέλη Λιούτα όμως ίσως ξέρει κάτι παραπάνω. "

Η συνέχεια εδώ 

Φοιτητικός Παλμός : Συνέντευξη - Nefeli Walking Undercover


Η συζήτηση με τη Δανάη με ένα "κλικ" πάνω στη φωτογραφία του Θοδωρή Βρανά (www.theovranas.com)

Jumping Fish video : Λόλεκ & Nefeli Walking Undercover

Σύσσωμοι στο βίντεο σε αυτό

Ιν ντα χουντ : Νεορομαντισμός στη Νέα Φιλαδέλφεια

Πατώντας στη λέξη "σύνδεσμος"

"Στην Πράξη" στο Σκάι με τη Σύλβια Κλιμάκη

Κοτζαμάν βίντεο εδώ , πιο πριν Σωτήρης Πράπας, καρδιοχειρούργος και Μανώλη Αναστασάκος, εικαστικός.

Και έτσι τελειώνουμε με αυτή την εγωκεντρική προεκλογική ανάρτηση.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Live και τέτοια σχετικά


Ο χαμηλοβλεπών κι η χαμηλοβλεπούσα έχουν από κοινού live αυτή εδώ δα την Πέμπτη που μας έρχεται.

Θα ακουστούν όλες οι μεγάλες επιτυχίες γι' αυτό να φροντίσετε να φέρετε μαζί πιάτα και γαρύφαλλα.

To live θα γίνει στον Σταυρό του Νότου στον Νέο Κόσμο, Φραντζή και Θαρύπου 37, πλησίον του σταθμού μετρό Συγγρού - Φιξ.

Ώρα έναρξης 21:00, είσοδος 6 ευρώ με ποτό!

Τηλέφωνο επικοινωνίας με το Σταυρό, 210 9226975 .

Η θερμοκρασία θα είναι 17 βαθμοί Κελσίου, η υγρασία στο 33%, ο αέρας βοριάς και ο ουρανός καθαρός.

Γι' αυτό να ρθειτε.

Καλή εβδομάδα!

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

10 αγαπημένες ταινίες

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Η επόμενη μέρα


Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις. Μέσα απ' τις φωτιές, τα γυαλιά τα ρημαγμένα πίξελ της αναμετάδοσης. Πάνω από μια γη που καίγεται για τα παιδιά που δεν ήρθαν ακόμα στον κόσμο, για μέρες που δε στριφογύρισαν ανήσυχα σε μουσκεμένα σεντόνια άλλων καιρών, όταν εσύ θα είσαι πια το χώμα. Θα παγώσεις τα μάτια σου στο παρόν που υπήρξε το μέλλον αυτών που αγάπησες το παρελθόν αυτών που θα αγαπήσεις και τα κτίρια θα λαμπαδιάζουν θα τυλίγεται στις φλόγες το απομεινάρι των περασμένων που στάθηκε σπίτι σε μνήμες και στιγμές που δεν έζησες, δεν μπορείς να ξέρεις, δεν μπορείς να καταλάβεις, τον πόνο που μένει από κάτι που ήσυχα βίωσε εμφύλιο και κατοχή για να σβήσει τρίζοντας σε στάχτες μίας νύχτας. Θα ακούσεις ένα ουρλιαχτό, θα δεις ένα πλιάτσικο, μια τζαμαρία να πέφτει, θα ακούσεις την αμηχανία στα λειψά συνθήματα στα μπερδεμένα βήματα, τώρα πάμε πάνω ή πάμε πίσω, τι μας έφερε στο δρόμο, είσαι εσύ και είμαι εγώ και είμαστε κι οι δυο εδώ. Θα πεις όχι και θα σου ζητήσουν λύση και θα νιώσεις άσχημα γιατί τη λύση δεν την έχεις, έχεις δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, το θέαμα είναι μεγαλειώδες, με βλέπεις εμένα;, είμαι εκείνη η κουκίδα στα αριστερά, κι έχω διαβάσει βιβλία, έχω δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, αλλά δεν έχω λύση, δεν έχω λύση. Και θα είναι μέσα στις πόλεις χαλάσματα, και δε θα αγαπήσεις, δε θα δεις, δε θα αγγίξεις, μονάχα θα αναδιπλωθείς στο πλήθος και θα κυλήσεις, χωρίς να σε λιώνουν οι ήχοι, γιατί εδώ και χρόνια δε λυγίζεις. Και θα φεύγουν τα χρόνια θα έρχονται άλλα αλύπητα, σαν όλα που πέρασαν, σαν τα μετά τα μακρύτερα και εμείς θα γεννηθούμε θα αναστηθούμε και θα σβήσουμε, σε μια νύχτα με άλλους, σε φάρους και χαρακώματα, βλέποντας στα ματιά σου βροχή τα λουλούδια για όσα χάθηκαν. Και λίγο λίγο θα φεύγει αυτό που μας κράτησε, θα μας αφήνει μόνους έρημους άδειους θνητούς, να ξεχυνόμαστε στους δρόμους τρομαγμένοι, φύλακες των καιρών ή δυνάστες;, με τις μέρες να γεννιούνται να ανασταίνονται και να σβήνουν σε χαρακώματα και φάρους και μόνο τα μάτια σου στη γη δε θα ξανάρθουν ίδια.
Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις.
Πώς θα διαλέξεις να το κάνεις;

ΥΓ Η φωτογραφία του Νίκου Οικονόμοπουλου

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες πίσω από τα τραγούδια


    Στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό, η γιαγιά κάθεται από την έξω μεριά του τραπεζιού και μιλάει. “Εκατσάμην, εφαγάμην και μου λέγει, ε Βασίλω.”. Με το ένα χέρι στρώνει το τραπεζομάντιλο το άλλο ελαφρά υψωμένο γυρίζει και κινείται. “'Ολα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν μου είπε.”. Τα μαλλιά πλεγμένα και πιασμένα με φουρκέτες, όλο το χιόνι του Κάμπου εκεί και στα μάτια με τα καπνοχώραφα, στο βάθος τους ο πατέρας μου είναι παιδί και ξυπνάει μέσα στη νύχτα καλοκαίρι, σπάσιμο και μπούρλιασμα. “Πάρε λίγο κρέας ακόμα.”. Τα πόδια της επιπλέουν σαν πάνω από νερό, μέσα στις μαύρες κάλτσες τις μαύρες παντόφλες τα μαύρα ρούχα, επιπλέουν πάνω από το πάτωμα σταυρωμένα μεταξύ στους αστραγάλους. “Και τα παιδιά, έχουν τα δικά τους.”. Το πρόσωπο και τα χέρια σκαμμένα βαθιά, γύρω απ' τα χείλη, γύρω απ' τα μάτια, σαν τα χωράφια που οργωθήκαν και τις γενιές που μεγάλωσαν, γενιές δικές της και γενιές ορφανές στα ίδια χέρια, αν τα παιδιά μου έρθουν στην πόρτα σου, άνοιξέ τους να μπουν. “Καμιά φορά τη νύχτα μόνο, του λέω, αε ρε Νάσο, εσύ έφυγες τώρα.”. Μικροκαμωμένο ξωτικό, αεικίνητο, βλέμμα ξύπνιο τραχειά γλυκό, έσκυψε με τους καιρούς δε λύγισε, σπιτικό που έκαμε με άντρα και γυναίκα, στο χαμό του ενός κάνει τον άλλο διπλό. “Γιαννάκο βάλε καμιά φέτα ακόμη να καψαλίσει στη σόμπα.”. Κοιτάει ένα γύρω και σταματάει απέναντι στην τελευταία γενιά. “Άι ρε Ρωμανέ με τόσα μαλλιά πώς θα σε βλέπουν τα κορίτσια;”. Ο Ρωμανός γελάει, τους αρέσει γιαγιά, τους αρέσει. Ο μπαμπάς ακουμπάει με τους αγκώνες στο τραπέζι, το πηγούνι στηριγμένο στο ένα χέρι, η μαμά καθισμένη απέναντι έχει τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, γράφω την ιστορία της γιαγιάς που μεγάλωσε παιδιά, ανίψια, εγγόνια, σε μια χαρτοπετσέτα, κάτω από το τραπέζι, στο σπίτι που ξεκινούν οι πρώτες αναμνήσεις, τα Χριστούγεννα του '09, στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό.

Όλες οι γιαγιάδες της γης αμυγδαλιές δέντρα γύραν μπρος και γεμίσαν αυλακιές
χέρια ροζιασμένα που χουν μάθει στα καπνά
κι άλλα που σου λένε ιστορίες απ' τα παλιά

Μαυροφορεμένα τα μάτια είναι πουλιά
και το χιόνι θάβει τις φουρκέτες στα μαλλιά
κάτω από τσεμπέρια κρύβουν τα πικρά
για να μη σκοτίσουν μ' έγνοιες τα παιδιά

Μοναχά τις νύχτες στενάζουνε βαθιά
κι απ' τα στήθια ανασαίνει προσευχή στα σιωπηλά
για τον άνθρωπό τους που έσβησε γλυκά
και το βλέμμα στέλνουν τρυφερά εκεί ψηλά

Όλες οι γιαγιάδες της γης ο θησαυρός
στα τσουκάλια γέρνουν μαγειρεύουνε το φως
και απλώνουν ρίζες χωμάτινα αλμπατρός
για να γίνουν δέντρα στον ουρανό παλμό

Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Σταύρου Διοσκουρίδη, στη διαδικτυακή έκδοση της Lifo.
Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδώ ,

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

2011 - 2012













On the Lake by Kerkville

Αυτά τα δέκα τραγούδια δεν ήταν ούτε τα πιο αγαπημένα μου για τη χρονιά που έφυγε, ούτε είναι όλα απαραιτήτως αυτά που θα σώσουν τη μουσική δισκογραφία από ένα κάποιο αγχωμένο τέλμα. Ήταν τα δέκα που τo έφερε η ώρα να ακούσω για μέρα ολόκληρη ή και μέρες συνεχόμενα στο repeat, περίμενα να φτάσουν στο τέλος και μετά μεθοδικά τα ξαναέβαζα από την αρχή, καθένα σε άλλη εποχή του χρόνου, ξανά, και ξανά, και ξανά, και ξανά. Κάποιο από αυτά το έψαχνα για δύο χρόνια, ένα άλλο το ερωτέυτηκα μοναδικά κι έτσι περνάει για δεύτερη χρονιά σε τέτοια λίστα, άλλο το άκουγα μικρή από βινύλιο και ήταν περίεργο να το ξαναβρώ στο youtube, ένα το άκουσα και κλείδωσε μέσα μου σαν αυτό το κάτι δικό μας στο οποίο στρεφόμαστε σε φορές χαράς φορές λύπης, όταν οι άνθρωποι δε μας καταλαβαίνουν όπως θα θέλαμε ή μας καταλαβαίνουν τόσο όπως θα θέλαμε που κουμπώνουμε σαν παζλ και γουργουρίζουμε σα γάτες. Αν τα κοιτάξω όλα μαζί έτσι μαζεμένα, τα δέκα μου κομμάτια είναι ψύχραιμα και μαλακά, μέσα σε μια χρονιά ανήσυχη κι ηλεκτρισμένη κι έτσι ήσυχα νιώθω οτι πέρασαν οι μέρες, κάτω από ένα γύρισμα του καιρού που αργά και σταθερά τσακίζει έναν έναν τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που μεγάλωσαν βρέφη και εγγόνια σε πόλεις και χωριά, και τώρα ανήμποροι στέκουν ένοχοι μπροστά στα μάτια των παιδιών, λυγισμένοι από τις επιλογές που έκαναν και άλλες που δεν κάναν, κλαράκια που αέρηδες πασχίζουν να σπάσουν στη θλιμμένη γη. Για μένα θα είστε πάντα δέντρα.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Ελευθεροτυπία


Υπάρχουν στη ζωή σου μικρά ή μεγαλύτερα σύμβολα και αξίες που καθορίζουν την πορεία σου και σου γνέφουν με ασφάλεια οτι, έτσι είσαι εσύ και αυτή είναι η ζωή σου και εμείς κοίτα είμαστε εδώ για να σου τα κρατάμε αυτά που ήξερες στη θέση που ήξερες. Και ο κόσμος να πηγαίνει και να έρχεται στις άστατες στροφές του αλλά εσύ να, κρατήσου τώρα, ερχόμαστε από τότε που ήσουνα παιδί και δε θα φύγουμε κι όλα θα στρίψουν και θα λιώσουν στην άκρη αλλά ησύχασε, κανένας δεν θα σε πειράξει, είμαστε εδώ, από τις πρώτες μέρες της ζωής σου έως το ταραγμένο σήμερα, σαν μεγάλα δέντρα, σαν καλά βουνά.
     
Από το 1989 έως το 2011, με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες μέρες που κάποιος Ιούνιος θα μας έβρισκε κάπου μακρυά από την πόλη να κολυμπάμε σε θάλασσες με σκούρο μπλε και ασβεστωμένα ήσυχα σπίτια από πάνω χωρίς πρόσβαση σε πρακτορείο, ή κάποια Χριστούγεννα που στο χωριό θα είχε χιόνι και θα πηγαίναμε με τα ξαδέρφια στο βουνό κάνοντας τη στάση σε εκείνο το χιονοδρομικό με την ταβέρνα που είχε το τζάκι και την τηγανιά και όλοι αφήναν τα ρούχα τους να στραγγίξουν απ' το χιόνι μέχρι να φάνε και να ξαναβγούνε να βουτήξουν ολόκληροι σε αυτό με το μυαλό λίγο πιο μακρυά από την επικαιρότητα, με εξαίρεση αυτές τις μέρες ανικανότητας ή ελάχιστης αποχής από την πρόσβαση, η Ελευθεροτυπία θα ήταν ο σταθερός τέταρτος και αργότερα που ήρθε κι ο αδερφός μου στη ζωή, ο σταθερός πέμπτος, αν βάλουμε και τη γάτα καταλήγουμε στον σταθερό έκτο κάτοικο του σπιτιού μας και το να είσαι τέλος πάντων ο σταθερός κάποιος στη ζωή ενός σπιτικού δεν είναι μικρό πράγμα.
     
Τις καθημερινές είσαι αραδιασμένος στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας με τις χαρακιές και τις μουτζούρες από τα στυλό, ανάμεσα στα κίτρινα πιάτα, με τα κίτρινα στόρια ανεβασμένα, με κούπες από καφέ και ασετάριστα μαχαίρια, μάλλον είναι ακόμα τα χρόνια του δημοτικού, με το Persona (non) grata στο πίσω μέρος. Κάποιες Τετάρτες πέρασαν με ανάμεσα το "9", που ήταν εκείνο το σχέδιο του Ζερβού που ένας τσελίστας έπαιζε και ο περαστικός του πέταγε στο καπέλο νότες, ο Φιλ Πωτ του Μητσομπόνου, τα ημερολόγια του Πανταζή και εκείνο συγκεκριμένα που λέει για το φθινόπωρο, το φθινόπωρο γουστάρω τα χρώματα, το χρώμα των ματιών σου που γίνεται πιο ζεστό και με μη με πεις περίεργο αλλά όλα αυτά δεν τα γουστάρω στις εξόχες αλλά στην πόλη με φόντο τις πολυκατοικίες της γειτονιάς που γεννήθηκα. Έναν καιρό, Τρίτες ή Πέμπτες δε θυμάμαι, τα "Ιστορικά", οργανωμένα τώρα σε φακέλους ψηλά στη βιβλιοθήκη σε αντίθεση με τα "9" που είναι στη σκάλα, όπως οργανωμένα σε φακέλους είναι και τα "Γεωτρόπια", με αυτή την αγωνία κάθε φορά αν αυτό το τεύχος θα έχει ρεπορτάζ του Κώστα Ζυρίνη και της Ισαβέλλας Μπερτράν ή όχι. Και μετά είναι και αυτές οι Κυριακές που κάποιος όπως και να το κάνουμε πρέπει να πάει στο περίπτερο και θα ήταν ο πρώτος που ξύπνησε ή ο τελευταίος, όπως και να χει πάντως θα είναι ο πρώτος δικαιούχος να διαβάσει το "Έψιλον" ξεκινώντας από τον Αρκά και μετά όλα τα άλλα,  με τον Ιό της Κυριακής που μυστήρια εξαφανίστηκε.

Σημαντικός αυτός ο σταθερός κάποιος, δεν είναι;

Είμαι συναισθηματικό είδος ανθρώπου και δε θα μπορούσα να γράψω για αυτό αποστασιοποιημένη σαν να μιλάω για ένα γεγονός που διαδραματίστηκε σε μακρινές γεωγραφίες από τις δικές μου. Και είμαι ακόμα πιο συναισθηματικό διότι τα καλοκαίρια του 2005 και του 2006 είχα την τύχη να βρεθώ στα γραφεία του πολιτιστικού τμήματος της Ελευθεροτυπίας στα πλαίσια ενός σχολικού προγράμματος, καταλήγοντας τελικά να γράψω κάποια άρθρα, να πάρω μια δυο συνεντεύξεις από ανθρώπους του χώρου που θαυμάζω πολύ, να γράψω για συναυλίες καλλιτεχνών πολύ αγαπημένων και όλα αυτά όχι γιατί υπήρχε κάποια υποχρεώση τέτοια από το σχολικό πρόγραμμα αλλά γιατί οι άνθρωποι ανάμεσα στους οποίους βρέθηκα να κάθομαι ήταν το μεγαλύτερο σχολείο.
     
Υπήρξα αρκετά τυχερή ώστε να βρεθώ εκεί όσο ακόμα ήταν προιστάμενος του τμήματος ο Δημήτρης Γκιώνης, για τον οποίο πάντα θα νιώθω αυτή την αγάπη που νιώθεις για τους ανθρώπους που διάβασες τα βιβλία τους τέσσερις και πέντε φορές και μόλις βρεθείς μπροστά τους νιώθεις οικεία σα να τους ξέρεις από πάντα, αφού έτσι είναι, σε μεγάλωσαν από μακρυά χωρίς να το ξερουν. Ο Γιώργος Βιδάλης που με εμπιστεύτηκε και με έστειλε να καλύψω την πρώτη μου συναυλία, Jose Carreras και Sumi Jo στο Ηρώδειο, η Βένα Γεωργακοπούλου που τη νιώθω μεγάλη μου φίλη από μακρυά, η οποία ανέλαβε άξια τα ηνία μετά τη φυγή του Γκιώνη. Ο Ρούβαλης που μου έδινε να διαβάζω τα λογοτεχνικά του βιβλία όταν δεν είχα κάτι να κάνω, εκείνο το μεγάλο του Philip Roth που είχε το φοβερό πράγμα να σου αναποδογυρίζει συναισθήματα και ψυχολογία από πάνω κάτω και ανάποδα, και μου έδωσε και μια φωτογραφία από το live των Massive Attack και μου έκανε και αστεία που στην αρχή ένιωθα όπως και να 'χει αμήχανα στα δεκαπέντε μου χρόνια ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η Ιωάννα που όλο μου χαμογελούσε με αυτά τα όμορφά της μάτια, ο Κανελλόπουλος και ο Αναστασόπουλος που έγραφαν για όλες τις συναυλίες που θα ήθελα να είμαι, η γλυκειά Φωτεινή, η φοβερή Ναταλί με τη μαλακή φωνή, ο πρόωρα χαμένος Μπάμπης Θέμας.

Σε μια εποχή που ο όρος "φρόνημα" δεν έχει τη σημασία που είχε κάποτε και οι άνθρωποι τείνουν να συγκλίνουν στους ίδιους χώρους ακόμα κι αν ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο ισχυριζόμενοι οτι ανήκουν σε διαφορετικούς, κάποια πράγματα καταλήγουν επιλογές σου περισσότερο πια από συνήθεια. Αυτό το κείμενο δεν έχει σκοπό να αξιολογήσει την πορεία της Ελευθεροτυπίας τα τελευταία χρόνια, ύστερα και από τις αλλαγές στη διαχερίση και τις λοιπές αναδιαμορφώσεις, με τις φυγές δημοσιογράφων πριν τον ερχομό των τελευταίων ημερών, σε μια εποχή αλλαγών ούτως ή άλλως. Ούτε να μιλήσει για κρίση αξιών και θύματα σε καιρούς ταραχής, ούτε για τους 800 ανθρώπους που θα μείνουν στο δρόμο, ούτε για την συμβολή ενός ιστορικού εντύπου στη διαμόρφωση των ημερών μας, μέρες καλές και μέρες κακές. Το κείμενο δεν είναι γραμμένο ούτε για το κενό που θα αφήσει θεωρητικά και πρακτικά στο χώρο της δημοσιογραφίας το κλείσιμο μιας εφημερίδας όπως η Ελευθεροτυπία. Παρά τις αλλαγές που υπέστη σε έναν κόσμο που οι εφημερίδες περιέχουν από cd έως καφετιέρες, θεωρώ ακόμα την Ελευθεροτυπία κάτι διαφορετικό και μοναδικό που με κάνει και αντικειμενικά πέρα από τους συναισθηματισμούς να δυσκολεύομαι να διαβάσω άλλη εφημερίδα.

Το κείμενο λοιπόν είναι γραμμένο για κάτι πολύ αγαπημένο που έτσι όπως πέρασαν όμορφα τα πρώτα χρόνια κατέληξε να είναι κομμάτι μου ισχυρό και αναντικατάστατο που άμα μου το πάρεις από μέσα μου θα με σχίσεις στα δύο. Κι αφού το κείμενο αυτό δεν είναι δημοσιογραφικό, θα το ονομάσω ευχή. Η ευχή μου για το 2012 είναι η Ελευθεροτυπία να μείνει ζωντανή. Κι όπως πολύ σωστά γράφτηκε, η Ελευθεροτυπία είναι η ψυχή των εργαζομένων της και για αυτή την ψυχή είναι οι ευχές. Για την ψυχή που έχει γίνει πια λίγο και δική μου. Και τις μέρες που έρχονται την ψυχή μου τη θέλω ολόκληρη. Καλή μας χρονιά