Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες πίσω από τα τραγούδια


    Στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό, η γιαγιά κάθεται από την έξω μεριά του τραπεζιού και μιλάει. “Εκατσάμην, εφαγάμην και μου λέγει, ε Βασίλω.”. Με το ένα χέρι στρώνει το τραπεζομάντιλο το άλλο ελαφρά υψωμένο γυρίζει και κινείται. “'Ολα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν μου είπε.”. Τα μαλλιά πλεγμένα και πιασμένα με φουρκέτες, όλο το χιόνι του Κάμπου εκεί και στα μάτια με τα καπνοχώραφα, στο βάθος τους ο πατέρας μου είναι παιδί και ξυπνάει μέσα στη νύχτα καλοκαίρι, σπάσιμο και μπούρλιασμα. “Πάρε λίγο κρέας ακόμα.”. Τα πόδια της επιπλέουν σαν πάνω από νερό, μέσα στις μαύρες κάλτσες τις μαύρες παντόφλες τα μαύρα ρούχα, επιπλέουν πάνω από το πάτωμα σταυρωμένα μεταξύ στους αστραγάλους. “Και τα παιδιά, έχουν τα δικά τους.”. Το πρόσωπο και τα χέρια σκαμμένα βαθιά, γύρω απ' τα χείλη, γύρω απ' τα μάτια, σαν τα χωράφια που οργωθήκαν και τις γενιές που μεγάλωσαν, γενιές δικές της και γενιές ορφανές στα ίδια χέρια, αν τα παιδιά μου έρθουν στην πόρτα σου, άνοιξέ τους να μπουν. “Καμιά φορά τη νύχτα μόνο, του λέω, αε ρε Νάσο, εσύ έφυγες τώρα.”. Μικροκαμωμένο ξωτικό, αεικίνητο, βλέμμα ξύπνιο τραχειά γλυκό, έσκυψε με τους καιρούς δε λύγισε, σπιτικό που έκαμε με άντρα και γυναίκα, στο χαμό του ενός κάνει τον άλλο διπλό. “Γιαννάκο βάλε καμιά φέτα ακόμη να καψαλίσει στη σόμπα.”. Κοιτάει ένα γύρω και σταματάει απέναντι στην τελευταία γενιά. “Άι ρε Ρωμανέ με τόσα μαλλιά πώς θα σε βλέπουν τα κορίτσια;”. Ο Ρωμανός γελάει, τους αρέσει γιαγιά, τους αρέσει. Ο μπαμπάς ακουμπάει με τους αγκώνες στο τραπέζι, το πηγούνι στηριγμένο στο ένα χέρι, η μαμά καθισμένη απέναντι έχει τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, γράφω την ιστορία της γιαγιάς που μεγάλωσε παιδιά, ανίψια, εγγόνια, σε μια χαρτοπετσέτα, κάτω από το τραπέζι, στο σπίτι που ξεκινούν οι πρώτες αναμνήσεις, τα Χριστούγεννα του '09, στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό.

Όλες οι γιαγιάδες της γης αμυγδαλιές δέντρα γύραν μπρος και γεμίσαν αυλακιές
χέρια ροζιασμένα που χουν μάθει στα καπνά
κι άλλα που σου λένε ιστορίες απ' τα παλιά

Μαυροφορεμένα τα μάτια είναι πουλιά
και το χιόνι θάβει τις φουρκέτες στα μαλλιά
κάτω από τσεμπέρια κρύβουν τα πικρά
για να μη σκοτίσουν μ' έγνοιες τα παιδιά

Μοναχά τις νύχτες στενάζουνε βαθιά
κι απ' τα στήθια ανασαίνει προσευχή στα σιωπηλά
για τον άνθρωπό τους που έσβησε γλυκά
και το βλέμμα στέλνουν τρυφερά εκεί ψηλά

Όλες οι γιαγιάδες της γης ο θησαυρός
στα τσουκάλια γέρνουν μαγειρεύουνε το φως
και απλώνουν ρίζες χωμάτινα αλμπατρός
για να γίνουν δέντρα στον ουρανό παλμό

Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Σταύρου Διοσκουρίδη, στη διαδικτυακή έκδοση της Lifo.
Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδώ ,

6 σχόλια:

Εράνισμας είπε...

Σε ευχαριστώ Nefeli

Velvet είπε...

Ομορφο αυτο
και αλλα μικρα
και μεγαλα της ζωης
που διαβασα

Καλη Κυριακη

dirdawuth είπε...

Όμορφο πράγματι, και ήταν σα να διαβάζω τη δική μου αφήγηση για τη γιαγιά μου. Απορώ μόνο γιατί οι αφηγήσεις μας είναι μελαγχολικές, ενώ εκείνοι ποτέ ή τουλάχιστον όχι έτσι.
Καλή συνέχεια!

Magia da Inês είπε...

Olá!
Passei para conhecer seu blog.
Usei o tradutor Google...
A história é tão terna e cheia de emoção... as avós são assim... principalmente a avozinha que perdeu o avô.
Você é muito sensível e muito humana.
Beijinhos.
Brasil
✿⊱╮
¸.•°`♥✿⊱╮

Nefeli είπε...

Εράνισμας, εγώ ευχαριστώ
_____
Velvet, έχω ήδη εντρυφήσει στη σελίδα σου
_____
Dirdawuth! Θέλω να δω την δική σου αφήγηση. Μετά θα αναζητήσουμε τα αίτια της μελαγχολίας, αν συνεχίσουμε να την εκλαμβάνουμε ως τέτοια (για το διάβασμα δε θα ρωτήσω εδω)

Nefeli είπε...

Magia da Inês.

Seu comentário foi humilhante.

Obrigado.

Eu envio meus votos de bons dias,

Nefeli