Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος / Ανύπαρκτα γραμμάρια βιτρίνας vs 21 γραμμάρια ψυχής

Παραπάτησε λίγο κι έπεσε
Και τώρα έχει φύγει χωρίς να προλάβει
να δηλώσει αν θα ακολουθήσει θετική ή θεωρητική κατεύθυνση, να ζητήσει άλλο χρώμα μπάλες για το 15ο του χριστουγεννιάτικο δέντρο, να αλλάξει αριθμό, να πάρει παπαγάλο, να κλειστεί μέσα από βαριά ερωτική απογοήτευση, να μάθει να μαγειρεύει μακαρόνια, να αλλάξει θρησκεία 2 φορές, να γίνει ηθοποιός, να γίνει πρόεδρος της δημοκρατίας, να γίνει τραγουδιστής, να γίνει ότι θα γίνει όταν θα μεγαλώσει
και εσύ τώρα κοιτάς τη φωτογραφία του που χαμογελάει και δεν ξέρεις τι να κάνεις
και καις και σπας και φωνάζεις
και καις και σπας και φωνάζεις και σιγά σιγά ξεχνάς
και όλο κάτι ραγίζει
σιγά κι αθόρυβα, κάτω από τις φωτιές και τις φωνές, ραγίζει ανενόχλητα και ήσυχα, καθισμένο σε μια αναπαυτική πολυθρόνα κοιτώντας τις οθόνες
τις οθόνες με τα γκλομπ και τα δακρυγόνα
με τους αναποδογυρισμένους κάδους και τους πυροσβεστήρες
και είσαι πάλι εσύ που βρίζεις χυδαία τους γνωστούς άγνωστους και τα ταραχοποιά στοιχεία που διαλύουν την ενότητα του κουκλόσπιτού σου
και δεν ξέρεις οτι η κάμερα ποτέ δεν ήταν εκεί να καταγράψει δύο παιδιά 15 χρονών, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, να τρώνε ξύλο παρακαλώντας για λίγες στιγμές εύθραυστης ανάσας
βλέπεις ραγισμένες βιτρίνες ραγισμένες περιουσίες ραγισμένες οικογένειες
ραγισμένη γαλήνη
αλλά δε βλέπεις τη ραγισμένη σου ελευθερία
δεν ακούς τη ραγισμένη σου δημοκρατία
δεν αγγίζεις τη ραγισμένη σου ευτυχία
σπάμε σιγά σιγά
και γινόμαστε θρυμματισμένα κομμάτια παγιδευμένα μπροστά σε επιλεγμένες εικόνες και εικονικές επιλογές
θα ραγίσω στα 18 μου χρόνια
γράφοντας ασύνταχτα κείμενα με υπερβολική χρήση παρατακτικής σύνδεσης
σε έναν γυάλινο κόσμο που με περιφρουρεί και μου κλέβει το οξυγόνο μου
και φυτεύει σφαίρες στην καρδιά μου
τα παιδιά στη χώρα του ποτέ ποτέ δε μεγαλώνουν
περπατάνε ανάλαφρα φορώντας πάντα το ίδιο νούμερο παπούτσια
πέρα και πίσω και πάνω από εμάς
γι' αυτό σταματήστε να αφιερώνετε ενέργεια σκέψη και συζήτηση σε βιτρίνες
σταματήστε να τον λέτε ο 15χρονος που σκοτώθηκε από σφαίρα αστυνομικού και πείτε τον Αλέξη
Ο Αλέξης που έφυγε
Ο Αλέξανδρος Ανδρέας Γρηγορόπουλος που δεν είναι πια εδώ

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Γράμμα σ' ένα νέο ποιητή


" Σήμερα γνώρισα τον έρωτα της ζωής μου. Μπήκε στο λεωφορείο μερικές στάσεις μετά από μένα. Κάθησε μπροστά μου και διάβαζε Rainer Maria Rilke στα ιταλικά. Είχε στα χέρια ένα μολύβι κλασικό το οποίο δεν χρησιμοποίησε. Η μόνη στιγμή που σήκωσε το κεφάλι ήταν για να κοιτάξει από το παράθυρο στα αριστερά του. Έχω μόνο μια φευγαλέα εικόνα του αλλά συγκράτησα καλά το βιβλίο του. Στις σελίδες πάνω πάνω αριστερά έγραφε εθνική βιβλιοθήκη στα ιταλικά. Σε μια άλλη έλεγε στο κείμενο trecenti poeti, πιο κάτω σκέτο poeta. Συγκράτησα και μια φράση: "Ah" risponse la signora. Δεν ξέρω ιταλικά, μόνο κάτι λατινικά από το σχολείο αλλά το βιβλίο του πρέπει να ήταν πολύ ωραίο αφού είχε μέσα ποιητές. Σε κάποια στιγμή ανασηκώθηκε και το κεφάλι του ήρθε πιο κοντά. Μπορούσα να τον ρωτήσω χαμηλόφωνα γιατί διαβάζει έναν γερμανό συγγραφέα στα ιταλικά. Θα μου απάνταγε ότι μια ιστορία που μιλάει για ποιητές χρειάζεται γλώσσα μουσική. Και μετά θα μιλάγαμε για την ποιητικότητα της καθημερινότητας. Μπορεί να μου χαμογέλαγε ανεπαίσθητα και να έγερνε το κεφάλι προς τα μπροστά προσπαθώντας να μου εξηγήσει κάτι αντιφατικό. Θα κατεβαίναμε μαζί και θα περπατάγαμε πλάι στα αυτοκίνητα συζητώντας μια συζήτηση που θα απαιτούσε ζωηρές κινήσεις των χεριών.
Στην πλατεία κατέβηκε και άρχισε να ανηφορίζει προς τα μαγαζιά χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για την ύπαρξή μου. "

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Are we there yet?


Το χρονικό διάστημα από τη γέννηση μιας σκέψης στο κεφάλι μας μέχρι την ώρα που αυτή εξέρχεται δια της χειλικής οδού στον αέρα για να κάνει αισθητή την παρουσία της στον έξω κόσμο, μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά ασήμαντο ως προς το μέγεθος.

Άλλες φορές, η μία σκέψη διαδέχεται την άλλη και υπό τη μορφή λέξεων δημιουργεί προτάσεις με συνέχεια και σε περίπτωση ύπαρξης ατόμου που απαντάει σε αυτές τις λέξεις, η όλη κατάσταση παίρνει τη μορφή διαλόγου. Οι συνομιλητές κοιτώντας ο ένας τον άλλο ή τα φυτά γύρω γύρω, οδηγούνται σε λογικά συμπεράσματα, περιγράφουν ερεθίσματα και περνάνε από τη μία σκέψη στην άλλη φυσιολογικά και ανώδυνα, αφήνοντάς την να πλανηθεί στον αέρα όσο της χρειάζεται και μετά να ενσωματωθεί στην εσωτερική μαγνητική μας ταινία για να περάσει εκέι το υπόλοιπο της ζωής της.

Ωστόσο κάποιες φορές έχουμε κάποιες σκέψεις ανυπόμονες. Φωνακλάδικες. Από αυτές που άμα τις πάρεις μαζί σου σε ταξίδι με αυτοκίνητο θα σε ρωτάνε συνέχεια πότε θα φτάσουμε. Κι ενώ στην αρχή απαντάς ήρεμα "έχουμε ακόμα", κάποια στιγμή πιάνεις τον εαυτό σου να είναι ανίκανος να χειριστεί τις κακομαθημένες σκέψεις. Και σε μια κρίση ανωριμότητας και επιστροφής στην παιδική σου ηλικία σταματάς το αυτοκίνητο και τις πετάς έξω. Έτσι. Απροειδοποίητα. Άδοξα. Αμίλητα. Κι ενώ στην αρχή νιώθεις ωραία που γλίτωσες από τη μουρμούρα τους, μετά αρχίζεις και νιώθεις λίγο περίεργα. Σα να άδειασε ξαφνικά το στομάχι σου και να νιώθεις ένα κενό από μέσα να σε τραβαέι. Μάλλον καις και λίγο και αισθάνεσαι οτι δεν ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου. Πώς το λένε οι Τσέχοι, λιτόσκα? Κάτι τέτοιο. Ή και όχι.

Το θέμα είναι ότι το μόνο που θες είναι να τις ξαναβάλεις στο αυτοκίνητο γιατί ανησυχείς για την τύχη τους, αλλά συνειδητοποιείς οτι έχουν εξαφανιστεί και εσύ τα παίζεις όταν σκέφτεσαι οτι τώρα θα γυρνάνε γύρω γύρω, ενοχλώντας τον κόσμο και όντας εύκολα θύματα για τον πρώτο που θα έρθει σε επαφή μαζί τους. Ο οποίος συνήθως είναι αυτός που τόση ώρα είχες απέναντι σου. Ή πλάι σου. Δεν έχει σημασία. Τον είχες και του μίλαγες και αυτές οι σκέψεις άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν και τώρα γυρνάνε αυθάδικα στο χώρο.

Κάνουμε λάθη με ευκολία εκπληκτική. Άλλοτε μικρά κι ανώδυνα, άλλοτε μεγάλα κι επώδυνα. Αν είμαστε άνθρωποι ψύχραιμοι και λογικοί τα βλέπουμε έτσι όπως είναι και κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει για να επιστρέψουμε στην πριν-το-λάθος κατάσταση. Αν είμαστε όμως λίγο πιο ασταθείς απ' ότι πρέπει, νιώθουμε το τέλος του κόσμου να πλησιάζει και ακούγοντας τις γρήγορες δρασκελιές του τα χάνουμε και ξεχνάμε ακόμα και να ψάξουμε για σωσίβιο.

Το θέμα είναι ότι το τέλος του κόσμου είναι πιο εμφανές απ' ότι νομίζουμε και αν έρθει θα το δούμε και δε θα χρειαστεί να το μαντέψουμε. Το άτομο μας είναι φτιαγμένο από λάθη δικά μας και άλλων, κάθε σχήματος και χρώματος, που στηρίζονται στις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης μας και γίνονται για να μας υπενθυμίζουν οτι δεν είμαστε αλάνθαστα προιόντα της ρομποτικής επιστήμης. Αν χωρούν διόρθωσης, έχουμε την ευκαρία να αισθανθούμε λίγο σαν υπερήρωες σώζοντας τον εαυτό μας από ότι θεωρόυμε καταστροφή. Αν πάλι πέρασε η ημερομηνία λήξης και εμείς μείναμε απέξω, δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα είναι λίγο καλύτερα.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

"Το μυαλό μας έχει ασφάλειες. Πέφτουν στις επικίνδυνες ερωτήσεις"


1.46 και νιώθω αρκετές ασφάλειες κατεβασμένες χωρίς να έχει ακουστεί καμιά ερώτηση.
My Cinderella carryin' me and my shot blood through the Afterglow , το στερεοφωνικό μού ψιθυρίζει στο σκοτάδι στίχους που δεν καταλαβαίνω και βγάζω το repeat για να μπορώ να γυρνάω μόνη μου ξανά και ξανά στην αρχή το κομμάτι, έτσι, για να φχαριστιέμαι την κίνηση, αλλά κάτι έχει αυτό το βράδυ, προσπαθώ να καταλάβω γιατί όταν τα λόγια πιέζουν επιτακτικά να βγουν έξω τα κρατάμε μέσα με τη βία, έχουμε βάλει κάγκελα γύρω γύρω και φυλάμε κρατουμένους, μια στο τόσο τους αφήνουμε να βγουν στο προαύλιο, αλλά τέτοια επικίνδυνα στοιχεία δεν κάνει να μένουν για πολύ ελεύθερα, χαλάνε την τάξη και την ισορροπία, πίσω στα κελιά σας, heaven it's quite a climb it's quite a climb, θα θέλα μια φορά να ανοίξω και να τους αφήσω όλους ελεύθερους, για τους κρατούμενους λέω, τα λόγια που δεν αφήνω να βγουν, να τους αφήσω να τρέξουν μακρυά από τα δεσμά τους, να βρουν όλα τα πρόσωπα που κάθε φορά λείπουν από τον απτό χώρο τη στιγμή που είναι τόσο έντονα παρόντα σε αυτόν τον άλλο εδώ μέσα, οι gutter twins τραγουδάνε ώρες τώρα seven stories underground κι εγώ γράφω χωρίς συνοχή καίγοντας ασφάλειες


* ο τίτλος είναι μια φράση από το editorial του ΦΩΤΗ ΓΕΩΡΓΕΛΕ στην athens voice αυτής της εβδομάδας

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Ένας τετράγωνος ποινικός κώδικας σε έναν στρογγυλό πλανήτη


Όταν πρέπει να συγκεντρωθείς σοβαρά και να κλείσεις τα μάτια σε όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα, με ένα περίεργο τρόπο συμβαίνει πάντα το αντίθετο.

Το σκοτεινό αντικείμενο της προσοχής εδώ είναι 1.100 σελίδες ποινικού δικαίου με ανακατεμένους ελληνικούς και λατινικούς όρους. Το καλύτερο σημείο είναι εκεί που ο συγγραφέας μετά από μια μεγάλη διαδρομή 3 παραγράφων καταλήγει στο οτι "Είναι προφανές λοιπόν" κι εσύ δεν ξέρεις ούτε τι είναι προφανές ούτε γιατί είναι προφανές.

Όταν λοιπόν η λογική σου καταλαβαίνει πριν από σένα οτι διαβάζεις γράμματα σε μια γλώσσα που δεν ξέρεις, στρέφεται για βοήθεια στο υποσυνείδητό σου όσο εσύ παριστάνεις οτι κάνεις πρόοδο. Και το υποσυνείδητό σου έρχεται αντιμέτωπο με ένα εκατομύριο μικρά όμορφα πραγματάκια, πολύ πιο όμορφα από το βιβλίο σου και λιγότερο προφανή, γι'αυτό και όμορφα. Ενώ λοιπόν ο κακός Α επιχειρεί να ληστέψει την τράπεζα αλλά ο καλός Β τον πλακώνει στο ξύλο και σώζει τον κόσμο, ο δεύτερος εαυτός σου εστιάζει στην γωνία που κάνει η πλαϊνή πλευρά της απένταντι πολυκατοικίας με την οροφή της. Οι τοίχοι είναι μπεζ, πάνω στους τοίχους πέφτει φως και πίσω από αυτούς υπάρχει μπλε. Είναι μια τέλεια μπεζ γωνία 90 μοιρών σε ένα τέλειο, εντελώς μπλε φόντο. Κι ενώ εσύ αναρωτιέσαι αν ο Β μικρός έτρωγε σπανάκι σαν τον Ποπάυ, ο δεύτερος εαυτός σου ψάχνει να βρει πόσες ορθές γωνίες μπορεί να μετρήσει από την ταράτσα του.

Δεν ξέρω τι γεωμετρία καθορίζει μια καθημερινότητα. Και πολλές φορές που είμαι σίγουρη οτι αυτό που βλέπω είναι μια τέλεια ορθή γωνία, βάζω το μοιρογνωμόνιο και αποδεικνύεται πάντα κάτι λιγότερο από 90 μοίρες, άλλες φορές είναι σχεδόν 70 κι άλλες είναι στο 89 κι εγώ δεν ξέρω αν θα πρέπει να επιστρέψω το προιόν πίσω ως ελλατωματικό ή να καταλάβω οτι η τέλεια ορθή γωνία δεν είναι κατ'ανάγκη κι η πιο όμορφη.

Το μόνο που ξέρω είναι οτι το καημένο το ποινικό κάηκε στη γεωμετρία



Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

..στην άκρη αυτής της νύχτας π' αγρυπνά

Δεν υπάρχω ακόμα αλλά η μαμά ακουμπαέι την κοιλιά της και μπορώ να ακούσω το όμποε από την 9η του Dvorak

________________________________________________________

in a death car, we're alive
τι τι τι τα ρα ρα ραμ
τι τι τι τα ρα ρα ραμ
τι τι τι τα ρα ρα ρα
(παμ) τι ρι ρα ρα
τα τα ρα ρι ρι ρι ρι ραμ

Δεν ξέρω ακόμα να περπατάω αλλά είμαστε με το μπαμπά στο σαλόνι και χορεύουμε το in a death car από το Arizona Dream

________________________________________________________


Σε μια στροφή έχω βάλει δολώματα
είμαι σκιά και καπνός
έχω αλλάξει πολλά γυναικεία ονόματα
και δε με νικάει εμένα ποτέ ο καιρός

Δεν καταλαβαίνω γιατί μιλαέι το τραγούδι αλλά ταξιδεύουμε με το αυτοκίνητο και τραγουδάμε δυνατά

________________________________________________________


Τώρα είμαι έξω, περπατάω, καταλαβαίνω, αλλά δεν αφουγκράζομαι με βινύλια, δε χορεύω με cd, δεν ταξιδέυω με κασέτες.

Έχω υπολογιστή που είναι ταυτόχρονα και τηλεόραση, βρίσκω συγκρότηματα στο myspace, μου στέλνουν τραγούδια σε μορφή mp3 από το msn.

Έχω να πάω στο Metropolis πολύ καιρό

Έχω να αγοράσω δίσκο ακόμα περισσότερο

Και μου λείπει αυτή η αγωνία του να ακούσω στο ραδιόφωνο την καινούρια δουλειά του τάδε και να τρέξω να την αγοράσω και να παίζει μετά για μέρες

Δε με νοιάζει αν είμαι παλιομοδίτικη

Ούτε αν γίνομαι συναισθηματική

Η μουσική έχει μαγεία και εμένα μ'αρέσουν οι νεράιδες

Και ξέρεις κάτι?

Δικές μου οι αναμνήσεις και δε σε αγγίζουν

Εγώ θα βάλω να ακούσω Μάλαμα από τα παλιά, μια βόλτα στα βαθιά μαζί σου

Και πες οτι θες

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Πότε θα φτάσουμε εδώ πότε θα φτάσουμε εδώ..


..είναι 12 χορδές σε 3 ταστιέρες και είναι ένας άγγελος σκοτεινός που ανασαίνει ανάμεσά τους. Είναι ένα βιολί που αλυχτά κί ένα δοξάρι που του ψιθυρίζει παραμύθια για να το γλυκάνει. Είναι ένα τσέλο που κάτι είδε εκεί πίσω από το παράθυρο και μια νεράιδα που σκύβει από πάνω του για να το ησυχάσει. Κι είναι κι ένα τσέλο που παραστράτησε και 10 δάχτυλα που το κάνουν να γελάει, να φοβάται, να μεθάει, να λυπάται, ν' αναπνέει, να ερωτεύεται, να ζει μέσα και πάνω απ' τις σκιές του. Και μια φωνή που δε θα γίνει ποτέ ασπρόμαυρη και κάτι λογάκια γεμάτα χρώματα, σκοτεινά και γήινα, αλλά χρώματα, που λένε ιστορίες άλλοτε για το χώμα, άλλοτε για το νερό, άλλοτε για τη φωτιά, άλλοτε για τον αέρα, πάντα για την ψυχή μας που ταξιδεύει και δεν κλείνεται σε φυλακές. Κι ένας ρυθμός που ξεχύνεται σαν άνεμος, πώς γίνεται τα δάχτυλα να φυσάνε μέσα από ένα μηχάνημα? Κι είναι ένας ήχος που ξεχάστηκε Κυριακή απόγευμα σε μια ταράτσα κάπου στο κέντρο. Ένα τσιγάρο σε ένα παγκάκι σκοτεινό. Ένα φιλί σ' ένα στενάκι της Ομόνοιας. Ένα ταξίδι με αμάξι νύχτα από το χωριό πίσω στην Αθήνα. Ένα σύνθημα σε φρεσκοβαμμένο τοίχο, μια κραυγή σ' ένα ανοιχτό τετράγωνο, ένα λουλούδι στο τσιμέντο που δεν πατάει κανείς, μια ξεκούρδιστη μπάντα που τραγουδαέι τα κάλαντα όπως θέλει αυτή, είναι τα κάγκελα που κλείνουν πίσω σου και ο δρόμος που σου φαίνεται τόσο όμορφος, είναι εγώ και είναι εσύ, και είναι όλοι μας, ό,τι ζήσαμε, ό,τι θα ζήσουμε, ό,τι ζούμε, χωρίς ταμπέλες και σχήματα, πάνω από τη θάλασσα και μέσα στα κύματα. Είναι το βιολί του Φώτη, τα τσέλα της Σοφίας και του Νίκου, η φωνή του Γιάννη, οι λούπες του Χρήστου. Είναι αυτό το συναίσθημα μετά, που ενώ έχεις χίλια πράγματα να πεις απλά χαμογελάς και λες "συγχαρητήρια, ήσασταν πολύ καλοί" γιατί ακόμα πετάς και οι λέξεις δεν έιναι πουθενά γύρω σου για να τις πιάσεις. Είναι 12 χορδές σε 3 ταστιέρες κι είναι ενάς άγγελος σκοτεινός που ανασαίνει ανάμεσά τους.

* Ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Νίκος Βελιώτης εμφανίστηκαν ζωντανά στο Κύτταρο στις 18/02/07