Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Ελευθεροτυπία


Υπάρχουν στη ζωή σου μικρά ή μεγαλύτερα σύμβολα και αξίες που καθορίζουν την πορεία σου και σου γνέφουν με ασφάλεια οτι, έτσι είσαι εσύ και αυτή είναι η ζωή σου και εμείς κοίτα είμαστε εδώ για να σου τα κρατάμε αυτά που ήξερες στη θέση που ήξερες. Και ο κόσμος να πηγαίνει και να έρχεται στις άστατες στροφές του αλλά εσύ να, κρατήσου τώρα, ερχόμαστε από τότε που ήσουνα παιδί και δε θα φύγουμε κι όλα θα στρίψουν και θα λιώσουν στην άκρη αλλά ησύχασε, κανένας δεν θα σε πειράξει, είμαστε εδώ, από τις πρώτες μέρες της ζωής σου έως το ταραγμένο σήμερα, σαν μεγάλα δέντρα, σαν καλά βουνά.
     
Από το 1989 έως το 2011, με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες μέρες που κάποιος Ιούνιος θα μας έβρισκε κάπου μακρυά από την πόλη να κολυμπάμε σε θάλασσες με σκούρο μπλε και ασβεστωμένα ήσυχα σπίτια από πάνω χωρίς πρόσβαση σε πρακτορείο, ή κάποια Χριστούγεννα που στο χωριό θα είχε χιόνι και θα πηγαίναμε με τα ξαδέρφια στο βουνό κάνοντας τη στάση σε εκείνο το χιονοδρομικό με την ταβέρνα που είχε το τζάκι και την τηγανιά και όλοι αφήναν τα ρούχα τους να στραγγίξουν απ' το χιόνι μέχρι να φάνε και να ξαναβγούνε να βουτήξουν ολόκληροι σε αυτό με το μυαλό λίγο πιο μακρυά από την επικαιρότητα, με εξαίρεση αυτές τις μέρες ανικανότητας ή ελάχιστης αποχής από την πρόσβαση, η Ελευθεροτυπία θα ήταν ο σταθερός τέταρτος και αργότερα που ήρθε κι ο αδερφός μου στη ζωή, ο σταθερός πέμπτος, αν βάλουμε και τη γάτα καταλήγουμε στον σταθερό έκτο κάτοικο του σπιτιού μας και το να είσαι τέλος πάντων ο σταθερός κάποιος στη ζωή ενός σπιτικού δεν είναι μικρό πράγμα.
     
Τις καθημερινές είσαι αραδιασμένος στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας με τις χαρακιές και τις μουτζούρες από τα στυλό, ανάμεσα στα κίτρινα πιάτα, με τα κίτρινα στόρια ανεβασμένα, με κούπες από καφέ και ασετάριστα μαχαίρια, μάλλον είναι ακόμα τα χρόνια του δημοτικού, με το Persona (non) grata στο πίσω μέρος. Κάποιες Τετάρτες πέρασαν με ανάμεσα το "9", που ήταν εκείνο το σχέδιο του Ζερβού που ένας τσελίστας έπαιζε και ο περαστικός του πέταγε στο καπέλο νότες, ο Φιλ Πωτ του Μητσομπόνου, τα ημερολόγια του Πανταζή και εκείνο συγκεκριμένα που λέει για το φθινόπωρο, το φθινόπωρο γουστάρω τα χρώματα, το χρώμα των ματιών σου που γίνεται πιο ζεστό και με μη με πεις περίεργο αλλά όλα αυτά δεν τα γουστάρω στις εξόχες αλλά στην πόλη με φόντο τις πολυκατοικίες της γειτονιάς που γεννήθηκα. Έναν καιρό, Τρίτες ή Πέμπτες δε θυμάμαι, τα "Ιστορικά", οργανωμένα τώρα σε φακέλους ψηλά στη βιβλιοθήκη σε αντίθεση με τα "9" που είναι στη σκάλα, όπως οργανωμένα σε φακέλους είναι και τα "Γεωτρόπια", με αυτή την αγωνία κάθε φορά αν αυτό το τεύχος θα έχει ρεπορτάζ του Κώστα Ζυρίνη και της Ισαβέλλας Μπερτράν ή όχι. Και μετά είναι και αυτές οι Κυριακές που κάποιος όπως και να το κάνουμε πρέπει να πάει στο περίπτερο και θα ήταν ο πρώτος που ξύπνησε ή ο τελευταίος, όπως και να χει πάντως θα είναι ο πρώτος δικαιούχος να διαβάσει το "Έψιλον" ξεκινώντας από τον Αρκά και μετά όλα τα άλλα,  με τον Ιό της Κυριακής που μυστήρια εξαφανίστηκε.

Σημαντικός αυτός ο σταθερός κάποιος, δεν είναι;

Είμαι συναισθηματικό είδος ανθρώπου και δε θα μπορούσα να γράψω για αυτό αποστασιοποιημένη σαν να μιλάω για ένα γεγονός που διαδραματίστηκε σε μακρινές γεωγραφίες από τις δικές μου. Και είμαι ακόμα πιο συναισθηματικό διότι τα καλοκαίρια του 2005 και του 2006 είχα την τύχη να βρεθώ στα γραφεία του πολιτιστικού τμήματος της Ελευθεροτυπίας στα πλαίσια ενός σχολικού προγράμματος, καταλήγοντας τελικά να γράψω κάποια άρθρα, να πάρω μια δυο συνεντεύξεις από ανθρώπους του χώρου που θαυμάζω πολύ, να γράψω για συναυλίες καλλιτεχνών πολύ αγαπημένων και όλα αυτά όχι γιατί υπήρχε κάποια υποχρεώση τέτοια από το σχολικό πρόγραμμα αλλά γιατί οι άνθρωποι ανάμεσα στους οποίους βρέθηκα να κάθομαι ήταν το μεγαλύτερο σχολείο.
     
Υπήρξα αρκετά τυχερή ώστε να βρεθώ εκεί όσο ακόμα ήταν προιστάμενος του τμήματος ο Δημήτρης Γκιώνης, για τον οποίο πάντα θα νιώθω αυτή την αγάπη που νιώθεις για τους ανθρώπους που διάβασες τα βιβλία τους τέσσερις και πέντε φορές και μόλις βρεθείς μπροστά τους νιώθεις οικεία σα να τους ξέρεις από πάντα, αφού έτσι είναι, σε μεγάλωσαν από μακρυά χωρίς να το ξερουν. Ο Γιώργος Βιδάλης που με εμπιστεύτηκε και με έστειλε να καλύψω την πρώτη μου συναυλία, Jose Carreras και Sumi Jo στο Ηρώδειο, η Βένα Γεωργακοπούλου που τη νιώθω μεγάλη μου φίλη από μακρυά, η οποία ανέλαβε άξια τα ηνία μετά τη φυγή του Γκιώνη. Ο Ρούβαλης που μου έδινε να διαβάζω τα λογοτεχνικά του βιβλία όταν δεν είχα κάτι να κάνω, εκείνο το μεγάλο του Philip Roth που είχε το φοβερό πράγμα να σου αναποδογυρίζει συναισθήματα και ψυχολογία από πάνω κάτω και ανάποδα, και μου έδωσε και μια φωτογραφία από το live των Massive Attack και μου έκανε και αστεία που στην αρχή ένιωθα όπως και να 'χει αμήχανα στα δεκαπέντε μου χρόνια ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η Ιωάννα που όλο μου χαμογελούσε με αυτά τα όμορφά της μάτια, ο Κανελλόπουλος και ο Αναστασόπουλος που έγραφαν για όλες τις συναυλίες που θα ήθελα να είμαι, η γλυκειά Φωτεινή, η φοβερή Ναταλί με τη μαλακή φωνή, ο πρόωρα χαμένος Μπάμπης Θέμας.

Σε μια εποχή που ο όρος "φρόνημα" δεν έχει τη σημασία που είχε κάποτε και οι άνθρωποι τείνουν να συγκλίνουν στους ίδιους χώρους ακόμα κι αν ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο ισχυριζόμενοι οτι ανήκουν σε διαφορετικούς, κάποια πράγματα καταλήγουν επιλογές σου περισσότερο πια από συνήθεια. Αυτό το κείμενο δεν έχει σκοπό να αξιολογήσει την πορεία της Ελευθεροτυπίας τα τελευταία χρόνια, ύστερα και από τις αλλαγές στη διαχερίση και τις λοιπές αναδιαμορφώσεις, με τις φυγές δημοσιογράφων πριν τον ερχομό των τελευταίων ημερών, σε μια εποχή αλλαγών ούτως ή άλλως. Ούτε να μιλήσει για κρίση αξιών και θύματα σε καιρούς ταραχής, ούτε για τους 800 ανθρώπους που θα μείνουν στο δρόμο, ούτε για την συμβολή ενός ιστορικού εντύπου στη διαμόρφωση των ημερών μας, μέρες καλές και μέρες κακές. Το κείμενο δεν είναι γραμμένο ούτε για το κενό που θα αφήσει θεωρητικά και πρακτικά στο χώρο της δημοσιογραφίας το κλείσιμο μιας εφημερίδας όπως η Ελευθεροτυπία. Παρά τις αλλαγές που υπέστη σε έναν κόσμο που οι εφημερίδες περιέχουν από cd έως καφετιέρες, θεωρώ ακόμα την Ελευθεροτυπία κάτι διαφορετικό και μοναδικό που με κάνει και αντικειμενικά πέρα από τους συναισθηματισμούς να δυσκολεύομαι να διαβάσω άλλη εφημερίδα.

Το κείμενο λοιπόν είναι γραμμένο για κάτι πολύ αγαπημένο που έτσι όπως πέρασαν όμορφα τα πρώτα χρόνια κατέληξε να είναι κομμάτι μου ισχυρό και αναντικατάστατο που άμα μου το πάρεις από μέσα μου θα με σχίσεις στα δύο. Κι αφού το κείμενο αυτό δεν είναι δημοσιογραφικό, θα το ονομάσω ευχή. Η ευχή μου για το 2012 είναι η Ελευθεροτυπία να μείνει ζωντανή. Κι όπως πολύ σωστά γράφτηκε, η Ελευθεροτυπία είναι η ψυχή των εργαζομένων της και για αυτή την ψυχή είναι οι ευχές. Για την ψυχή που έχει γίνει πια λίγο και δική μου. Και τις μέρες που έρχονται την ψυχή μου τη θέλω ολόκληρη. Καλή μας χρονιά

3 σχόλια:

Barka Fotini είπε...

Να 'σαι πάντα καλά Νεφέλη μου. Να ξέρεις ότι και σε μας το πέρασμά σου από το γραφείο μας, αν και δυστυχώς σύντομο, άφησε πολλές και μόνο καλές αναμνήσεις. Κι αν βρεθούμε και σε άλλα μετερίζια, είμαι σίγουρη ότι πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα συναντιόμαστε. Να έχουμε μια καλή χρονιά. Σου εύχομαι όλα τα καλά,

Ανώνυμος είπε...

Καλή χρονιά Νεφέλη με τη χαρακτηριστική διεισδυτική γραφή σου...!Συνέχισε α περί σκεπτη...

Nefeli είπε...

Άργησα να απαντήσω στα σχόλια και έτσι αντί για καλή χρονιά, θα ευχηθώ καλό καλοκαίρι, γλυκειά Φωτεινή και περι - σκεπτόμενε Ανώνυμε!