Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Ιδανικά κι ανάξια


Στο κάγκελο της ταράτσας μου ισορροπεί ένας ασυρματιστής

Έχει το κεφάλι γερμένο πίσω τα μάτια κλειστά τα χέρια στις τσέπες η ξύλινη πίπα του καπνίζει στον αέρα στραμμένη ελαφρά στα δεξιά

Κλείνω τη μουσική και τρέχω έξω ξυπόλυτη

"Τι κάνεις εκεί θα πέσεις τα κάγκελα μας είναι σκουριασμένα δε βαστάνε καλα"
Χαμογελάει με τα μάτια μισόκλειστα βγάζει τα χέρια από τις τσέπες ισιώνει την τραγιάσκα του ύστερα τα αφήνει χαλαρά στο μεσημέρι και μου γνέφει ήσυχα
"Σύχασε, κορίτσι, ο αέρας του Απρίλη είναι καλός δεν πέφτω"
Κοιτάω τα σεντόνια απέναντι φυσάνε κόντρα στον ασυρματιστή και αυτός χαμογελάει ξανά
"Θυμάσαι, κορίτσι, τα σεντόνια στις ταράτσες, 'όσο υπάρχουν στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών άσπρα σεντόνια μη φοβάσαι' "
Κάθομαι ξεχτένιστη στις πλάκες της ταράτσας και ακουμπάω τις παλάμες μου στη ζέστη
"Τι κάνεις εδώ πάνω;"
Ο ασυρματιστής δε με κοιτάει δε μιλάει μόνο ισορροπεί
"Τι είδες στον ύπνο σου σήμερα, κορίτσι;"
Κοιτάω τη σκουριά στα κάγκελα και συγκεντρώνομαι σε ένα σημάδι στην ευθεία του αγκώνα μου

"Είδα μπλε μια θάλασσα μπλε και ουρανό από πάνω και μετά έγινε σκοτάδι και ήμουν μόνο εγώ και πολεμούσα τέρατα"
Ο ασυρματιστής με την τραγιάσκα στρέφει το κεφάλι προς την άκρη του ορίζοντα και η άκρη γατζώνεται στην κεραία της κυρά-Μαρίας
"Ύστερα τα τέρατα φύγαν χωρίς να τα νικήσω κι εγώ απόμεινα να κοιτάω το μαύρο που κάποτε ήτανε θάλασσα με τα χέρια λερωμένα"
Ο αέρας τραβάει λίγο την τραγιάσκα του ασυρματιστή και τα μαλλιά του είναι λίγο σαν τα σεντόνια λίγο σαν τα κύματα
"Σε φόβισαν τα τέρατα, κορίτσι;"
Τα φέρνω στο μυαλό μου και ακουμπάω το σαγόνι μου στα γόνατά μου
"Ήταν σκοτεινά μεγάλα και αμίλητα κι εγώ μόνη μου μαζί τους"
Ο ασυρματιστής μιλάει χωρίς να συσπάται το πρόσωπό του
"Και η θάλασσα; Τη φοβήθηκες τη θάλασσα;"
Κοιτάω το μπλε απάνω και ανοιγοκλείνω τα χείλη μου χωρίς ήχο - 'θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε'
Ο ασυρματιστής χαμογελάει ξανά σα να με άκουσε κι εγώ δεν αναρωτιέμαι

"Φοβήθηκα την απουσία της φοβήθηκα το σκοτάδι την έλλειψη του ήχου της"

Ο φίλος μου με την τραγιάσκα μένει σιωπηλός
Αέρας σπάει τη σιωπή και ανακατεύει τα μαλλιά μου
Ύστερα ο ασυρματιστής γυρίζει με κοιτάει και τα μάτια του έχουν όλα τα χρώματα του καλοκαιριού το χαμόγελό του αρμύρα

"Όλα είναι εδώ αρκεί να τα θυμάσαι"

Στρίβει προς τον ορίζοντα και ανοίγει τα χέρια διάπλατα

"Στη θάλασσα, κορίτσι, στη θάλασσα!"

Γέρνει πάλι το κεφάλι πίσω στον ήλιο κλείνει τα μάτια με τα χέρια στις τσέπες και χαμογελάει

Κι εσύ, καλέ μου ασυρματιστή με την τραγιάσκα, εσύ που πας;
Εγώ, κορίτσι, πίσω από τη θολή γραμμή των οριζόντων, να κυνηγάω τα τέρατα

Αιωρείται προς τα πάνω
"Πώς σε λένε;"
Ο ασυρματιστής δεν απαντάει μόνο χαμογελάει γύρω από την τραγιάσκα δεν υπάρχουν μαλλιά σαν κύματα ήτανε μόνο τα σεντόνια

Και στα σεντόνια με πλάγια γράμματα φυσάει απέναντι ο αέρας και γράφει 'Μαραμπού'

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Modrec, Nefeli Walking Undercover @ Σταυρός του Νότου, 15/4


Modrec live!

Πέμπτη, 15 Απριλίου @ Σταυρός του Νότου [Φραντζή & Θαρύπου 37, Νέος Κόσμος]

Opening act: Nefeli Walking Undercover

Είσοδος + ποτό: 12 ευρώ

Doors open: 21.30

Κρατήστε εισιτήρια από τώρα στο 210-9226975

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Δεκέμβρης στο Στέκι Μεταναστών


"Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, ήταν ερώτηση"

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Rec/Vie/Em


Με την πλάτη στο πάτωμα και το ψυγείο να βουίζει, πουστέψαμε

Αθόρυβα μέσα στο θόρυβο

Όπως το είχε πει εκείνη με τα μαύρα φίλους πουλιά

Και τώρα τριγυρνάμε αξιοθρήνητοι κολλάμε σε πλαστικές μεμβράνες όπως οι τούφες γκρίζα σκόνη ξέροντας οτι το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε συνάλλαγμα

Να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε συνάλλαγμα

Να τρέψουμε μετά τους εαυτούς μας αλλάζοντας τα συν σε αντάλλαγμα

Και να καρφώσουμε τις πλάτες μας

Με ορμή

Σε σκληρά καρφιά γελώντας ξεκούρδιστα

Στο χάραμα το αδιαμφισβήτητο που πάντα ξημερώνει χάραμα

Και δεν είμαστε εμείς αλλά είμαστε εδώ

Σαπισμένοι

Παίρνουμε τηλέφωνο με απόκρυψη αυτούς που δεν το σήκωσαν για να τους εξαναγκάσουμε στη φωνή μας

Κάνουμε σχέσεις του φαίνεσαθαι όσο το είναι μας βαριέται να ανέβει με τις σκάλες

Σε πηγαδάκια ριγμένοι διατυμπανίζουμε την αγωνία μας να μη μας πάρουν την αποκλειστικότητα

Που αποκλειστικά σε ανθρώπους θέσεις σχέσεις σκέψεις έχουμε

Και εμπορευόμαστε τον ήχο την εικόνα τη γεύση την αφή

Το χαμόγελο τον ήλιο το ουράνιο τόξο

Καταπνιγμένοί στην ανάγκη μας να μας χρειάζονται οι άλλοι πιο πολύ

Πιο συχνά πιο ίδια

Πιο μετατρέψιμα

Πιο σάπια

Γιατί πουστέψαμε

Και μετατρέπουμε

Εμείς

Εμάς

Σε σκόνη


Δεν υπάρχει μαριονέτα στη σκηνή και χέρια πάνω πίσω. Υπάρχουμε μόνο εμείς και όμορφες εικόνες που μας κατακλύζουν ακόμα κόντρα στις άσχημες σε πείσμα της σκόνης σε πείσμα των καιρών. Θα ενώσουμε τους ωκεανούς και θα πάρουμε μπρος ξανά.

[Τίμο σ' ευχαριστώ]


η εικόνα του Pan/Pan

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Η Πορτοκαλί Μου Κούπα


Σήμερα διαβάζω κληρονομικό δίκαιο.

Έμαθα οτι στην πέμπτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής κληρονομεί μόνο ο σύζυγος και οτι ο νομοθέτης αποκαλεί τον παππού μου και τη γιαγιά μου "πάππο" και "μάμμη".

Ωραίο είναι, σαν παλιά μεγάλα σπίτια αριστοκρατικής οικογένειας, "σε παρακαλώ πολύ, Κάθριν, ειδοποίησε τη μάμμη οτι η τραπεζαρία είνα στρωμμένη", "μάλιστα μητέρα, πάω να φωνάξω τη μάμμη", και η Κάθριν με μια βυσσινύ κορδέλα στα μαλλιά ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα της γιαγιάς να τη φωνάξει να φάνε σούπα με λαχανικά και ψάρι με βραστά καρότα.

Σήμερα έμαθα ακόμα οτι το φως το χειμώνα πέφτει πλάγια γι' αυτό και είναι πιο ωραίο. Το είπαν στο φίλο μου τον Κωνσταντίνο που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και όλο για τέτοια όμορφα πράγματα τους μιλάνε.

Σήμερα επίσης διάβασα ένα κείμενο που έγραψε η μαμά για τον αδερφό μου που έχει θλιμμένα μάτια και μαλλιά που πέφτουν μπροστά τους. Τον αγαπάω πολύ τον αδερφό μου με τις μπερδεμένες τούφες του και τις μεγάλες λίμνες. Χθες τον έβαλα να τραγουδήσει 2 στίχους σε ένα τραγούδι μου. "Στον ύπνο μας είμαστε δοξάρια και χορδές / μα όταν ξυπνάμε έχουμε κουμπάκια και ραφές". Παραπονιέται οτι είναι φάλτσος και δεν του βγήκε καλά αλλά εμένα μ' αρέσει πολύ.

Σήμερα εκτός από αυτά, άκουσα τον παλιατζή να στρίβει στη γωνία όταν κατέβαινα τις σκάλες, τον Έκτορα να γαυγίζει απέναντι, ένα αγόρι να περιμένει ένα κορίτσι να κατέβει από το σπίτι αμέσως αλλιώς θα φύγει και μία μαμά να γελάει πιάνοντας τις σακούλες του σούπερμαρκετ. Και άκουσα όλο κελαηδίσματα, από τα αυτοκίνητα, το συνεργείο, τα ρούχα στην ταράτσα, τα ποτήρια στο νεροχύτη.

Και είδα λοιπόν σήμερα πόσο πορτοκαλί είναι το φως του χειμώνα το απόγευμα και πόσο ταιριάζει σε αυτό η αγαπημένη μου πορτοκαλί κούπα με το χαμογελαστό πρόσωπο που μου έκανε δώρο η δασκάλα του πιάνου μου στα γενέθλια της δευτέρας γυμνασίου.

Είμαι ερωτευμένη με κάτι πιο μεγάλο από σένα.

Και κατά συνέπεια με όλα τα εσύ που ζουν στην πόλη.