Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Προοικονομία και χωροχρόνος

Shaun Tan

Ετοιμάζοντας το νέο υλικό στην τελική μορφή του, εξώφυλλα, συμμετοχές, στίχους, σειρά, παρατηρώ ότι τα "Μολύβια - κομάντος" με 10 κομμάτια είχαν συνολική διάρκεια 55 λεπτών ενώ το "1041 ΑΚ (Finders, keepers)" με 13 κομμάτια ανέρχεται σε διάρκεια κατά τα 5 λεπτά κοντύτερη των μολυβιών.

Από τη μία φταίνε οι πεισματικές διακηρύξεις του υπέροχου Lumiere Brother περί Αυστηρού Ορίου Τριών Λεπτών Ανά Κομμάτι, τις οποίες προσπάθησε να κεντήσει υποχθόνια στο υποσυνείδητό μου το 2010,

από την άλλη, ας μην το κρύβουμε άλλο ότι η βασική αιτία της διαφοράς στη διάρκεια είναι η απουσία ενός ανάλογου spedale. Μεγάλη στιγμή.




Μην ξεχνάμε ότι ο  Theo Vranas την πρώτη φορά θεώρησε ότι στη μέση μπαίνει δεύτερο κομμάτι.

Παρ' όλα αυτά και δουλεύοντας εν μέσω της ετοιμασίας του δεύτερου δίσκου υλικό για έναν κάποιο μελλοντικό τρίτο, η porcupinetrική μου φύση δεν μπορεί να αντισταθεί στον ίδιο της τον εαυτό και να αξιοποιήσει κάποιους στίχους του 2011 ώστε ο επόμενος του επόμενου δίσκου να έχει ένα κομμάτι 85 λεπτών και να μου φύγει το άχτι.

Κλείνοντας και πριν τους παραθέσω πιο κάτω, βλέποντας τους στίχους στην τραχιά τους μορφή, συνειδητοποιώ ότι η Νεφέλη του 2011 ήταν λίγο πιο ανήσυχη, λίγο πιο έκπληκτη, λίγο πιο μαχητική, κομματάκι ποιητικότερη και μαγεμένη από την εικόνα ενός Μακόντο που γεμίζει τον αέρα του κίτρινα λουλούδια στον θάνατο του πρώτου Μπουενδία. Κι αν η Νεφέλη του '14 γράφει πια σαν πιο τετράγωνα, πιο ήπια, πιο κατασταλλαγμένα, φάροι και χαλάσματα και μάτια και φωτιές θα αναβιώνουν κάθε λεπτό σε κάθε χρονοπόλη ώστε ιδανικότεροι εαυτοί μας να είναι οι πιο ανήσυχοι και κανένας ποτέ δεν πάτησε στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Το νανούρισμα

Κι ήτανε έτσι μέσα στις πόλεις χαλάσματα
και εγώ δεν αγάπησα δεν είδα δεν άγγιξα
μονάχα στο πλήθος αναδιπλώθηκα κύλησα
δε με λιώσαν οι ήχοι γιατί από χρόνια δε λύγιζα
κι αν ήταν τα μάτια σου μες στις φλόγες ακίνητα, δεν είδα

Και φύγαν τα χρόνια και ήρθαν άλλα αλύπητα
σαν αυτά που περάσαν σαν τα μετά τα μακρύτερα
και εμείς γεννηθήκαμε αναστηθήκαμε σβήσαμε
σε μια νύχτα με άλλους σε χαρακώματα φάρους
κι ήταν στα μάτια σου μέρα βροχή λουλούδια για αυτούς που χαθήκαν

Κοιμήσαμε τους νεκρούς μας
και σώσαμε βαθιά τα όμορφα λιμάνια
όλα είναι μέσα κι όλα έξω πάνε
δεν είμαστε μικροί, δεν είμαστε μικροί

Κι έφυγε λίγο το λίγο αχ έφυγε αυτό που μας κράταγε
μαζί κι από μόνους πιο μόνους έρημους άδειους θνητούς μας άφησε
κι ήτανε έτσι μέσα στις πόλεις χαλάσματα
και εγώ δεν αγάπησα δεν είδα δεν άγγιιξα
τα δάση στα μάτια σου τα νερά στα κανάτια που δεν ήπια

Κι έτσι στους δρόμους και τις φωτιές ξεχυθήκαμε
τρομαγμένα αγρίμια των καιρών η αγρύπνια
των καιρών που όπως ήρθαν έτσι θα φύγουν θα έρθουν
θα γεννηθούνε με άλλους σε χαρακώματα φάρους
κι είναι τα μάτια σου το μόνο μόνο που δεν θα το βρω
να ρθει στη γη πάλι το ίδιο

1 σχόλιο:

logia είπε...

Παντα με εκπλήσσεις τοσο όμορφα....