Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Η επόμενη μέρα


Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις. Μέσα απ' τις φωτιές, τα γυαλιά τα ρημαγμένα πίξελ της αναμετάδοσης. Πάνω από μια γη που καίγεται για τα παιδιά που δεν ήρθαν ακόμα στον κόσμο, για μέρες που δε στριφογύρισαν ανήσυχα σε μουσκεμένα σεντόνια άλλων καιρών, όταν εσύ θα είσαι πια το χώμα. Θα παγώσεις τα μάτια σου στο παρόν που υπήρξε το μέλλον αυτών που αγάπησες το παρελθόν αυτών που θα αγαπήσεις και τα κτίρια θα λαμπαδιάζουν θα τυλίγεται στις φλόγες το απομεινάρι των περασμένων που στάθηκε σπίτι σε μνήμες και στιγμές που δεν έζησες, δεν μπορείς να ξέρεις, δεν μπορείς να καταλάβεις, τον πόνο που μένει από κάτι που ήσυχα βίωσε εμφύλιο και κατοχή για να σβήσει τρίζοντας σε στάχτες μίας νύχτας. Θα ακούσεις ένα ουρλιαχτό, θα δεις ένα πλιάτσικο, μια τζαμαρία να πέφτει, θα ακούσεις την αμηχανία στα λειψά συνθήματα στα μπερδεμένα βήματα, τώρα πάμε πάνω ή πάμε πίσω, τι μας έφερε στο δρόμο, είσαι εσύ και είμαι εγώ και είμαστε κι οι δυο εδώ. Θα πεις όχι και θα σου ζητήσουν λύση και θα νιώσεις άσχημα γιατί τη λύση δεν την έχεις, έχεις δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, το θέαμα είναι μεγαλειώδες, με βλέπεις εμένα;, είμαι εκείνη η κουκίδα στα αριστερά, κι έχω διαβάσει βιβλία, έχω δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, αλλά δεν έχω λύση, δεν έχω λύση. Και θα είναι μέσα στις πόλεις χαλάσματα, και δε θα αγαπήσεις, δε θα δεις, δε θα αγγίξεις, μονάχα θα αναδιπλωθείς στο πλήθος και θα κυλήσεις, χωρίς να σε λιώνουν οι ήχοι, γιατί εδώ και χρόνια δε λυγίζεις. Και θα φεύγουν τα χρόνια θα έρχονται άλλα αλύπητα, σαν όλα που πέρασαν, σαν τα μετά τα μακρύτερα και εμείς θα γεννηθούμε θα αναστηθούμε και θα σβήσουμε, σε μια νύχτα με άλλους, σε φάρους και χαρακώματα, βλέποντας στα ματιά σου βροχή τα λουλούδια για όσα χάθηκαν. Και λίγο λίγο θα φεύγει αυτό που μας κράτησε, θα μας αφήνει μόνους έρημους άδειους θνητούς, να ξεχυνόμαστε στους δρόμους τρομαγμένοι, φύλακες των καιρών ή δυνάστες;, με τις μέρες να γεννιούνται να ανασταίνονται και να σβήνουν σε χαρακώματα και φάρους και μόνο τα μάτια σου στη γη δε θα ξανάρθουν ίδια.
Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις.
Πώς θα διαλέξεις να το κάνεις;

ΥΓ Η φωτογραφία του Νίκου Οικονόμοπουλου

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες πίσω από τα τραγούδια


    Στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό, η γιαγιά κάθεται από την έξω μεριά του τραπεζιού και μιλάει. “Εκατσάμην, εφαγάμην και μου λέγει, ε Βασίλω.”. Με το ένα χέρι στρώνει το τραπεζομάντιλο το άλλο ελαφρά υψωμένο γυρίζει και κινείται. “'Ολα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν μου είπε.”. Τα μαλλιά πλεγμένα και πιασμένα με φουρκέτες, όλο το χιόνι του Κάμπου εκεί και στα μάτια με τα καπνοχώραφα, στο βάθος τους ο πατέρας μου είναι παιδί και ξυπνάει μέσα στη νύχτα καλοκαίρι, σπάσιμο και μπούρλιασμα. “Πάρε λίγο κρέας ακόμα.”. Τα πόδια της επιπλέουν σαν πάνω από νερό, μέσα στις μαύρες κάλτσες τις μαύρες παντόφλες τα μαύρα ρούχα, επιπλέουν πάνω από το πάτωμα σταυρωμένα μεταξύ στους αστραγάλους. “Και τα παιδιά, έχουν τα δικά τους.”. Το πρόσωπο και τα χέρια σκαμμένα βαθιά, γύρω απ' τα χείλη, γύρω απ' τα μάτια, σαν τα χωράφια που οργωθήκαν και τις γενιές που μεγάλωσαν, γενιές δικές της και γενιές ορφανές στα ίδια χέρια, αν τα παιδιά μου έρθουν στην πόρτα σου, άνοιξέ τους να μπουν. “Καμιά φορά τη νύχτα μόνο, του λέω, αε ρε Νάσο, εσύ έφυγες τώρα.”. Μικροκαμωμένο ξωτικό, αεικίνητο, βλέμμα ξύπνιο τραχειά γλυκό, έσκυψε με τους καιρούς δε λύγισε, σπιτικό που έκαμε με άντρα και γυναίκα, στο χαμό του ενός κάνει τον άλλο διπλό. “Γιαννάκο βάλε καμιά φέτα ακόμη να καψαλίσει στη σόμπα.”. Κοιτάει ένα γύρω και σταματάει απέναντι στην τελευταία γενιά. “Άι ρε Ρωμανέ με τόσα μαλλιά πώς θα σε βλέπουν τα κορίτσια;”. Ο Ρωμανός γελάει, τους αρέσει γιαγιά, τους αρέσει. Ο μπαμπάς ακουμπάει με τους αγκώνες στο τραπέζι, το πηγούνι στηριγμένο στο ένα χέρι, η μαμά καθισμένη απέναντι έχει τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, γράφω την ιστορία της γιαγιάς που μεγάλωσε παιδιά, ανίψια, εγγόνια, σε μια χαρτοπετσέτα, κάτω από το τραπέζι, στο σπίτι που ξεκινούν οι πρώτες αναμνήσεις, τα Χριστούγεννα του '09, στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό.

Όλες οι γιαγιάδες της γης αμυγδαλιές δέντρα γύραν μπρος και γεμίσαν αυλακιές
χέρια ροζιασμένα που χουν μάθει στα καπνά
κι άλλα που σου λένε ιστορίες απ' τα παλιά

Μαυροφορεμένα τα μάτια είναι πουλιά
και το χιόνι θάβει τις φουρκέτες στα μαλλιά
κάτω από τσεμπέρια κρύβουν τα πικρά
για να μη σκοτίσουν μ' έγνοιες τα παιδιά

Μοναχά τις νύχτες στενάζουνε βαθιά
κι απ' τα στήθια ανασαίνει προσευχή στα σιωπηλά
για τον άνθρωπό τους που έσβησε γλυκά
και το βλέμμα στέλνουν τρυφερά εκεί ψηλά

Όλες οι γιαγιάδες της γης ο θησαυρός
στα τσουκάλια γέρνουν μαγειρεύουνε το φως
και απλώνουν ρίζες χωμάτινα αλμπατρός
για να γίνουν δέντρα στον ουρανό παλμό

Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Σταύρου Διοσκουρίδη, στη διαδικτυακή έκδοση της Lifo.
Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδώ ,