Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

Are we there yet?


Το χρονικό διάστημα από τη γέννηση μιας σκέψης στο κεφάλι μας μέχρι την ώρα που αυτή εξέρχεται δια της χειλικής οδού στον αέρα για να κάνει αισθητή την παρουσία της στον έξω κόσμο, μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά ασήμαντο ως προς το μέγεθος.

Άλλες φορές, η μία σκέψη διαδέχεται την άλλη και υπό τη μορφή λέξεων δημιουργεί προτάσεις με συνέχεια και σε περίπτωση ύπαρξης ατόμου που απαντάει σε αυτές τις λέξεις, η όλη κατάσταση παίρνει τη μορφή διαλόγου. Οι συνομιλητές κοιτώντας ο ένας τον άλλο ή τα φυτά γύρω γύρω, οδηγούνται σε λογικά συμπεράσματα, περιγράφουν ερεθίσματα και περνάνε από τη μία σκέψη στην άλλη φυσιολογικά και ανώδυνα, αφήνοντάς την να πλανηθεί στον αέρα όσο της χρειάζεται και μετά να ενσωματωθεί στην εσωτερική μαγνητική μας ταινία για να περάσει εκέι το υπόλοιπο της ζωής της.

Ωστόσο κάποιες φορές έχουμε κάποιες σκέψεις ανυπόμονες. Φωνακλάδικες. Από αυτές που άμα τις πάρεις μαζί σου σε ταξίδι με αυτοκίνητο θα σε ρωτάνε συνέχεια πότε θα φτάσουμε. Κι ενώ στην αρχή απαντάς ήρεμα "έχουμε ακόμα", κάποια στιγμή πιάνεις τον εαυτό σου να είναι ανίκανος να χειριστεί τις κακομαθημένες σκέψεις. Και σε μια κρίση ανωριμότητας και επιστροφής στην παιδική σου ηλικία σταματάς το αυτοκίνητο και τις πετάς έξω. Έτσι. Απροειδοποίητα. Άδοξα. Αμίλητα. Κι ενώ στην αρχή νιώθεις ωραία που γλίτωσες από τη μουρμούρα τους, μετά αρχίζεις και νιώθεις λίγο περίεργα. Σα να άδειασε ξαφνικά το στομάχι σου και να νιώθεις ένα κενό από μέσα να σε τραβαέι. Μάλλον καις και λίγο και αισθάνεσαι οτι δεν ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου. Πώς το λένε οι Τσέχοι, λιτόσκα? Κάτι τέτοιο. Ή και όχι.

Το θέμα είναι ότι το μόνο που θες είναι να τις ξαναβάλεις στο αυτοκίνητο γιατί ανησυχείς για την τύχη τους, αλλά συνειδητοποιείς οτι έχουν εξαφανιστεί και εσύ τα παίζεις όταν σκέφτεσαι οτι τώρα θα γυρνάνε γύρω γύρω, ενοχλώντας τον κόσμο και όντας εύκολα θύματα για τον πρώτο που θα έρθει σε επαφή μαζί τους. Ο οποίος συνήθως είναι αυτός που τόση ώρα είχες απέναντι σου. Ή πλάι σου. Δεν έχει σημασία. Τον είχες και του μίλαγες και αυτές οι σκέψεις άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν και τώρα γυρνάνε αυθάδικα στο χώρο.

Κάνουμε λάθη με ευκολία εκπληκτική. Άλλοτε μικρά κι ανώδυνα, άλλοτε μεγάλα κι επώδυνα. Αν είμαστε άνθρωποι ψύχραιμοι και λογικοί τα βλέπουμε έτσι όπως είναι και κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει για να επιστρέψουμε στην πριν-το-λάθος κατάσταση. Αν είμαστε όμως λίγο πιο ασταθείς απ' ότι πρέπει, νιώθουμε το τέλος του κόσμου να πλησιάζει και ακούγοντας τις γρήγορες δρασκελιές του τα χάνουμε και ξεχνάμε ακόμα και να ψάξουμε για σωσίβιο.

Το θέμα είναι ότι το τέλος του κόσμου είναι πιο εμφανές απ' ότι νομίζουμε και αν έρθει θα το δούμε και δε θα χρειαστεί να το μαντέψουμε. Το άτομο μας είναι φτιαγμένο από λάθη δικά μας και άλλων, κάθε σχήματος και χρώματος, που στηρίζονται στις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης μας και γίνονται για να μας υπενθυμίζουν οτι δεν είμαστε αλάνθαστα προιόντα της ρομποτικής επιστήμης. Αν χωρούν διόρθωσης, έχουμε την ευκαρία να αισθανθούμε λίγο σαν υπερήρωες σώζοντας τον εαυτό μας από ότι θεωρόυμε καταστροφή. Αν πάλι πέρασε η ημερομηνία λήξης και εμείς μείναμε απέξω, δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα είναι λίγο καλύτερα.