Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Δελτίο τύπου για τις 30 του Γενάρη

Nefeli Walking Undercover - Live

φωτογραφία: Theo Vranas

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Προωθώ:

Η Νεφέλη Λιούτα ζει και φτιάχνει τη μουσική της στην Αθήνα υπό το ψευδώνυμο Nefeli Walking Undercover.
Ανακατεύει τον ήχο των φυσικών οργάνων με τον ήχο των σπιτικών αντικειμένων, την kalimba και τα μακρινά ισοκρατήματα.
Το 2011 κυκλοφόρησε ανεξάρτητα μέσω bandcamp τα "Μολύβια - Κομάντος" ενώ μέσα στο 2014 αναμένεται η κυκλοφορία των μεταμολυβικών της, ορισμένα από τα οποία ακούστηκαν και απέσπασαν το πρώτο βραβείο σύνθεσης και στίχου στον πρώτο κύκλο των Αγώνων Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού του Ιδρύματος Ωνάση.
Οι ιστορίες της μιλάνε για τα τρένα, τις ταράτσες, τις φωτιές και τους πατεράδες μας που ξύπνησαν μικροί στη νύχτα για να τους βρει το ξημέρωμα στα θαμπά καπνοχώραφα.

Νεφέλη Λιούτα: βιολί, πιάνο, κιθάρα, φωνή
Ρωμανός Λιούτας: ηλεκτρική κιθάρα, κρουστά, φωνές
Νίκος Τσέλιος: ακουστική κιθάρα, φωνές
Αλίκη Γκανά: φωνές
Τριαντάφυλλος Μαρούγκας: κλαρινέτο
Θοδωρής Βρανάς: ντραμς

Ώρα έναρξης 22:00
Είσοδος 5 ευρώ, ελάχιστη κατανάλωση 5 ευρώ

Και η αφίσα του μαγαζιού:


http://nefeliwalkingundercover.bandcamp.com

Περισσότερες πληροφορίες για την τοποθεσία και την πρόσβαση εδώ


Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Τα ρίγη (για μια παιδεία)

φωτογραφία: Eddie Adams

Κάθε τι μεγάλο, ένας σεισμός, ένας αγώνας, ένας πόλεμος, αποζητά την έξοδο από το μικρόκοσμο του προσωπικού και τη στροφή της προσοχής στο μεγάλο ενωτικό του φόβου, της συγκίνησης, του ίδιου θυμικού.
Κι είναι τότε καμιά φορά, στα μεγάλα και στα ρίγη, στην κοινή λαλιά, που αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω σε ό,τι πιο εσωτερικό, ό,τι πιο μόνο, να αναζητώ τον εαυτό μου τον δικό μου, εξαντλημένη από τη μοναξιά και συνάμα τόσο πλήρης.
Είναι τότε που μου λείπει απελπισμένα η Νεφέλη του 2010, του 2007, του 1999, του 1989, αυτό που κάποτε ήμουν και που ψήγματά του διατηρώ έως σήμερα, μιας και υπήρξα συνολικά συμφιλιωμένη με τα βαθύτερα είναι μου και τις εξωτερικές τους εκφάνσεις.
Αλλά πλέον τα γυαλιά μου έχουν βαθύ κόκκινο σκελετό και τα τραγούδια μου δεν είναι πια μπαλάντες. Κατά συνέπεια οι φίλοι που συνδέθηκαν με αυτά, δεν έχουν ενεργό συμμετοχή στο τωρινό εδώ μου, παρά μόνο σαν τους θυμάμαι κι ας μη με πήραν τα χρόνια, μήτε η ξενιτιά, μόνο η μετακύλιση. Και είναι τότε που κάθε τι καινούριο στη ζωή μου μαζί με εμένα, για λίγα λεπτά φαντάζει ξένο, παράταιρο, ανίκανο να συμβαδίσει με αυτό που θεωρώ την πιο παλιά εκδοχή μου, ανίκανο να καταλάβει τι άλλαξε μέσα σε τρία χρόνια και από κει που έγραφα, έγραφα, έγραφα, και τραγουδούσα, τραγουδούσα, τραγουδούσα, μουσικές και λόγια, κάθε τι που με συγκλόνιζε, κάθε που γοήτευε, τώρα μονάχα παρατηρώ, ησυχασμένη, σαν όλα να χουν ειπωθεί, σαν όλα να 'ναι ιδωμένα, κάποιος άλλος θα τα πει καλύτερα, κάποιος άλλος θα τα δει καλύτερα.
Και έτσι επιστρέφοντας μόνη πλέω για ώρα και πλέω και πλέω και βυθίζομαι, αργά, αβάσταχτα, νιώθοντας πως βαδίζω σε δυο παρόντα, δυο εν δυνάμει εκδοχές της ίδιας εικόνας, μια παιδική και μια κουρασμένη, μέχρι που ξαφνικά με χτυπάει τέτοιο κύμα, τέτοιο λίγωμα, τέτοιο τρεμούλιασμα για ό,τι υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρξει, που τρομάζω και ουρλιάζω μέσα μου πως δεν θα συμβιβαστώ, δεν θα αργοπεθαίνω συνηθίζοντας, κάθε γεγονός ικανό να σοκάρει θα με σοκάρει σαν το σχολείο να τελειώνει τώρα και κάθε έρωτας θα οφείλει να είναι τόσο ακραίος σαν το πιο γλυκό ανικανοποίητο, το ανικανοποίητο κι ανήσυχο, το παντοτινά εξεγερμένο που παρέσυρε κι έκαψε γενιές και γενιές στην πιο ακραία συντριβή, την πιο ρηξικέλευθη επανάσταση, την πιο φαύλη ιστορία, για να πεθάνει και να γεννηθεί από τις στάχτες του στο κάθε καινούριο δευτερόλεπτο.
Αλλά όλη τη φωτιά μου και τον πανικό, τον έρωτα και τον πόνο,
όλη μου την αγωνία να μην κοιμηθώ και ξυπνήσω δειλή, νωθρή κι ανίκανη
τα ουρλιάζω, γδέρνω με τα νύχια μου, τα φτύνω,
σπαράζοντας:
να είναι η οργή το κινητήριο ξύπνημα
και όχι ακατέργαστος γνώμονας της πράξης.

ΥΓ "Μα βρε παλικάρια μου το παιδί γιατί το φάγατε;", "Ε κυρά - Μαρία, μας προκάλεσε, είναι κι ο Γιώργος μας θερμόαιμος, ξέρεις πώς είναι αυτά.", "Καταλαβαίνω βρε αγόρι μου, τι να κάνετε κι εσείς, για μας φροντίζετε", "Ναι κυρά - Μαρία, μην ξεχάσεις, αύριο στις 11 ανοιχτό συσσίτιο".
Όσοι ψήφισαν θα ξαναψηφίσουν, ο ξένος θα είναι ξένος και ο τραμπούκος ήρωας, μόνη ελπίδα η παιδεία, ουσιαστική, εκ των βαθέων, ανοιχτόμυαλη, υποχρεωτική για όλους δια βίου παιδεία, με σεβασμό στο παρελθόν, στα βαρυφορτωμένα βαπόρια, τα νταλκαδιασμένα οργανάκια, με σωστή ανάγνωση της ιστορίας, αποδεσμευμένη από τους διατηρητέους μύθους του παρελθόντος, ανοιχτός διάλογος με το παρόν και το μέλλον, επί ίσοις όροις, παιδεία αισιόδοξη να θρέψει μυαλά καθαρά, ικανά να βρούνε βιώσιμες, ανθρώπινες λύσεις στο ατελείωτο πηγαινέλα των λαών και των ψυχών τους, μην στερήσουμε από τις επόμενες γενιές την ευκαιρία να βγουν ανώτερες των προηγουμένων.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Τα Ιστσενκικά




Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Τα αποχαιρετιστήρια

Έχω αδειάσει το γραφείο μου από αντικείμενα και ύλη και το αφήνω να πλέει, ξύλινο και μεγάλο εμπρός στα παράθυρα.
Θα ξημερώσει και θα είναι Δευτέρα και τότε θα ανοίξουν τα σχολεία και όλα θα κυλήσουνε ξανά,
όμως τώρα στα χαρτιά μου είναι ακόμα Κυριακή και φυσάει,
στο δέρμα και στα γράμματα,
κι η μουσική με χαιδεύει στα μαλλιά
και απαλά μου λέει,
την ταλευταία του καλοκαιριού τη νύχτα,
όσο σκληρό ή τρυφερό,
περήφανο ή μόνο,
πάντα παιδί.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Του ύστερου καλοκαιριού και της μικρής μου σκόνης

Θα τρέφομαι για πάντα από τον παλιομοδιτισμό όπως λουλούδι απ' το νερό.
Δεν με αφορούν κοκκάλινα γυαλιά μήτε καρώ τιράντες, με αφορά όμως βαθιά, ριζωμένα, αναπόσπαστα κάθε τι που έζησα σε φωτογραφίες, σε μνήμες ή σε μνήμες ανθρώπων που πονώ και η ζωή τους υπήρξε από μέσα και δική μου.
Γατζώνομαι στο παλιό σαν να 'ναι σημαδούρα κι εγώ ένας ναυαγός που κολύμπησε για μέρες και μέρες και χρόνια με το σώμα στον ωκεανό άλλοτε βαρύ άλλοτε αμελητέο, μέχρι που τα χέρια μου βρήκαν και κρατήσαν ένα πλαστικό που βάρκες και βάρκες έδεσαν πριν από μένα και τότε, δεν είμαι μόνη.
Το απορροφώ το παλιό όπως χώμα τη βροχή μετά από γενιές ξηρασίας, η γη πια έχει σκάσει, δέντρα και γύπες σκελετώνουν τον ορίζοντα και ξάφνου, γιγάντιες κατσαρόλες με νερό χύνουν νερό από τους ουρανούς από ένα σύννεφο που έφεραν πάλι μπροστά μου οι αιώνες και μόνο βρέχει και βρέχει και βρέχει, μέχρι να φύγουν οι ρυτίδες και τότε, αναπνέω.
Το γεύομαι αχόρταγα, ωμά, ξεστολισμένα, σαν σώμα που στο τέλος της μέρας έχει ακόμα τη γεύση από τον ιδρώτα και το αλάτι που άφησε πάνω του η θάλασσα πριν προλάβει το χέρι των εγνοιών να τα αποδιώξει όλα κάτω από τη βρύση και τότε, έχω στα χείλη μου όλα τα καλοκαίρια σα να 'ναι τα μοναχά δικά μου.
Κι αν το παλιό αυτό που με τρέφει γυρεύει να φυτρώσει πνεύμα εκατό ετών σε σώμα εικοσιτρία, ας γίνει το σώμα φρέσκα ξύλα που σχεδία γερή θα κάνουν για να γυρίσουν οι ρίζες οι γιαγιάδες απ' τα νησιά της λήθης στην πατρίδα πίσω τη σκοτώστρα, δεν θα 'μαι ποτέ μόνη.
Κι αν μόνο τότε νιώθω ολόκληρη εδώ κι ολόκληρη εγώ, θα μείνω πεισματικά και ξεροκέφαλα αγύριστα σε αυτό, σαν το μικρό το τρίξιμο του βινύλιου, σαν σκουπιδάκι στο φακό, ολανθισμένη.
Κι αν αυτό που με κράτησε μακρυά από την Αθήνα ήταν η φύση που 'τανε άχρονη και ο ουρανός μεγάλος, και αν το σώμα μου γύρισε εδώ και όλα τα κόκκαλα πονούσαν στο ξύπνημα της επιστροφής το πρώτο, θα ξέρω πως αυτό που έφερε και την καρδιά μου πίσω ήταν ένα μικρό θερινό από το 1925 σε μια ταράτσα στο Παγκράτι και ένα γεύμα του Αυγούστου καταμεσής της Ρώμης, παντοτινά δικό μου.