Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θυμάμαι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θυμάμαι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Charlie Hebdo: Τα μωβ μολύβια


Αφήσαμε στα ψηλά τους χαρταετούς
που μας πήραν τη φωνή
και χορεύουμε σιωπηλοί
πάνω από τα σπίτια μοναχοί

Και γίναμε κομματάκια από χαρτί
που αφήσανε τη γη
γιατί στον αέρα είναι ωραία
δεν θα γίνουμε πια στάχτη ούτε οργή

Στον ύπνο μας είμαστε δοξάρια και χορδές
μα όταν ξυπνάμε έχουμε κουμπάκια και ραφές

Κι απ' τις οθόνες δραπετεύουμε ξανά
με ελικόπτερα σαν χόλυγουντ
γιατί στον αέρα είναι ωραία
δεν μας πιάνουν δεν μας έχουν στη σκουριά

Και τα μωβ μολύβια βγήκαν μες στη νύχτα
για να ζωγραφίσουν στις σκιές που πνίγουν
τις ψυχές που ζουν στους υπολογιστές
που δε μιλούν δεν βλέπουν
δεν ακούν δεν έχουν

Και τα μωβ μολύβια ζωγραφίζουν μίλια
για να ταξιδέψουν οι χαρταετοί πριν πέσουν

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Κατερίνα Γώγου: 1 Ιουνίου 1940 - 3 Οκτωβρίου 1993


---

Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.

---

Απόσπασμα από το ποίημα "Υπερασπίζομαι την Αναρχία"

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Προοικονομία και χωροχρόνος

Shaun Tan

Ετοιμάζοντας το νέο υλικό στην τελική μορφή του, εξώφυλλα, συμμετοχές, στίχους, σειρά, παρατηρώ ότι τα "Μολύβια - κομάντος" με 10 κομμάτια είχαν συνολική διάρκεια 55 λεπτών ενώ το "1041 ΑΚ (Finders, keepers)" με 13 κομμάτια ανέρχεται σε διάρκεια κατά τα 5 λεπτά κοντύτερη των μολυβιών.

Από τη μία φταίνε οι πεισματικές διακηρύξεις του υπέροχου Lumiere Brother περί Αυστηρού Ορίου Τριών Λεπτών Ανά Κομμάτι, τις οποίες προσπάθησε να κεντήσει υποχθόνια στο υποσυνείδητό μου το 2010,

από την άλλη, ας μην το κρύβουμε άλλο ότι η βασική αιτία της διαφοράς στη διάρκεια είναι η απουσία ενός ανάλογου spedale. Μεγάλη στιγμή.




Μην ξεχνάμε ότι ο  Theo Vranas την πρώτη φορά θεώρησε ότι στη μέση μπαίνει δεύτερο κομμάτι.

Παρ' όλα αυτά και δουλεύοντας εν μέσω της ετοιμασίας του δεύτερου δίσκου υλικό για έναν κάποιο μελλοντικό τρίτο, η porcupinetrική μου φύση δεν μπορεί να αντισταθεί στον ίδιο της τον εαυτό και να αξιοποιήσει κάποιους στίχους του 2011 ώστε ο επόμενος του επόμενου δίσκου να έχει ένα κομμάτι 85 λεπτών και να μου φύγει το άχτι.

Κλείνοντας και πριν τους παραθέσω πιο κάτω, βλέποντας τους στίχους στην τραχιά τους μορφή, συνειδητοποιώ ότι η Νεφέλη του 2011 ήταν λίγο πιο ανήσυχη, λίγο πιο έκπληκτη, λίγο πιο μαχητική, κομματάκι ποιητικότερη και μαγεμένη από την εικόνα ενός Μακόντο που γεμίζει τον αέρα του κίτρινα λουλούδια στον θάνατο του πρώτου Μπουενδία. Κι αν η Νεφέλη του '14 γράφει πια σαν πιο τετράγωνα, πιο ήπια, πιο κατασταλλαγμένα, φάροι και χαλάσματα και μάτια και φωτιές θα αναβιώνουν κάθε λεπτό σε κάθε χρονοπόλη ώστε ιδανικότεροι εαυτοί μας να είναι οι πιο ανήσυχοι και κανένας ποτέ δεν πάτησε στο ίδιο ποτάμι δυο φορές.

Το νανούρισμα

Κι ήτανε έτσι μέσα στις πόλεις χαλάσματα
και εγώ δεν αγάπησα δεν είδα δεν άγγιξα
μονάχα στο πλήθος αναδιπλώθηκα κύλησα
δε με λιώσαν οι ήχοι γιατί από χρόνια δε λύγιζα
κι αν ήταν τα μάτια σου μες στις φλόγες ακίνητα, δεν είδα

Και φύγαν τα χρόνια και ήρθαν άλλα αλύπητα
σαν αυτά που περάσαν σαν τα μετά τα μακρύτερα
και εμείς γεννηθήκαμε αναστηθήκαμε σβήσαμε
σε μια νύχτα με άλλους σε χαρακώματα φάρους
κι ήταν στα μάτια σου μέρα βροχή λουλούδια για αυτούς που χαθήκαν

Κοιμήσαμε τους νεκρούς μας
και σώσαμε βαθιά τα όμορφα λιμάνια
όλα είναι μέσα κι όλα έξω πάνε
δεν είμαστε μικροί, δεν είμαστε μικροί

Κι έφυγε λίγο το λίγο αχ έφυγε αυτό που μας κράταγε
μαζί κι από μόνους πιο μόνους έρημους άδειους θνητούς μας άφησε
κι ήτανε έτσι μέσα στις πόλεις χαλάσματα
και εγώ δεν αγάπησα δεν είδα δεν άγγιιξα
τα δάση στα μάτια σου τα νερά στα κανάτια που δεν ήπια

Κι έτσι στους δρόμους και τις φωτιές ξεχυθήκαμε
τρομαγμένα αγρίμια των καιρών η αγρύπνια
των καιρών που όπως ήρθαν έτσι θα φύγουν θα έρθουν
θα γεννηθούνε με άλλους σε χαρακώματα φάρους
κι είναι τα μάτια σου το μόνο μόνο που δεν θα το βρω
να ρθει στη γη πάλι το ίδιο

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Rewind

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας - Εξέγερση



Διονύσης Τσακνής - Εξουσία

 


Τρύπες - Ένα πληρωμένο τραγούδι




Γιάννης Σπυρόπουλος Μπαχ (μουσική), Αγαθή Δημητρούκα (στίχοι), Λαυρέντης Μαχαιρίτσας (ερμηνεία) - Σημάδι σταθερό

 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες πίσω από τα τραγούδια


    Στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό, η γιαγιά κάθεται από την έξω μεριά του τραπεζιού και μιλάει. “Εκατσάμην, εφαγάμην και μου λέγει, ε Βασίλω.”. Με το ένα χέρι στρώνει το τραπεζομάντιλο το άλλο ελαφρά υψωμένο γυρίζει και κινείται. “'Ολα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν μου είπε.”. Τα μαλλιά πλεγμένα και πιασμένα με φουρκέτες, όλο το χιόνι του Κάμπου εκεί και στα μάτια με τα καπνοχώραφα, στο βάθος τους ο πατέρας μου είναι παιδί και ξυπνάει μέσα στη νύχτα καλοκαίρι, σπάσιμο και μπούρλιασμα. “Πάρε λίγο κρέας ακόμα.”. Τα πόδια της επιπλέουν σαν πάνω από νερό, μέσα στις μαύρες κάλτσες τις μαύρες παντόφλες τα μαύρα ρούχα, επιπλέουν πάνω από το πάτωμα σταυρωμένα μεταξύ στους αστραγάλους. “Και τα παιδιά, έχουν τα δικά τους.”. Το πρόσωπο και τα χέρια σκαμμένα βαθιά, γύρω απ' τα χείλη, γύρω απ' τα μάτια, σαν τα χωράφια που οργωθήκαν και τις γενιές που μεγάλωσαν, γενιές δικές της και γενιές ορφανές στα ίδια χέρια, αν τα παιδιά μου έρθουν στην πόρτα σου, άνοιξέ τους να μπουν. “Καμιά φορά τη νύχτα μόνο, του λέω, αε ρε Νάσο, εσύ έφυγες τώρα.”. Μικροκαμωμένο ξωτικό, αεικίνητο, βλέμμα ξύπνιο τραχειά γλυκό, έσκυψε με τους καιρούς δε λύγισε, σπιτικό που έκαμε με άντρα και γυναίκα, στο χαμό του ενός κάνει τον άλλο διπλό. “Γιαννάκο βάλε καμιά φέτα ακόμη να καψαλίσει στη σόμπα.”. Κοιτάει ένα γύρω και σταματάει απέναντι στην τελευταία γενιά. “Άι ρε Ρωμανέ με τόσα μαλλιά πώς θα σε βλέπουν τα κορίτσια;”. Ο Ρωμανός γελάει, τους αρέσει γιαγιά, τους αρέσει. Ο μπαμπάς ακουμπάει με τους αγκώνες στο τραπέζι, το πηγούνι στηριγμένο στο ένα χέρι, η μαμά καθισμένη απέναντι έχει τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, γράφω την ιστορία της γιαγιάς που μεγάλωσε παιδιά, ανίψια, εγγόνια, σε μια χαρτοπετσέτα, κάτω από το τραπέζι, στο σπίτι που ξεκινούν οι πρώτες αναμνήσεις, τα Χριστούγεννα του '09, στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό.

Όλες οι γιαγιάδες της γης αμυγδαλιές δέντρα γύραν μπρος και γεμίσαν αυλακιές
χέρια ροζιασμένα που χουν μάθει στα καπνά
κι άλλα που σου λένε ιστορίες απ' τα παλιά

Μαυροφορεμένα τα μάτια είναι πουλιά
και το χιόνι θάβει τις φουρκέτες στα μαλλιά
κάτω από τσεμπέρια κρύβουν τα πικρά
για να μη σκοτίσουν μ' έγνοιες τα παιδιά

Μοναχά τις νύχτες στενάζουνε βαθιά
κι απ' τα στήθια ανασαίνει προσευχή στα σιωπηλά
για τον άνθρωπό τους που έσβησε γλυκά
και το βλέμμα στέλνουν τρυφερά εκεί ψηλά

Όλες οι γιαγιάδες της γης ο θησαυρός
στα τσουκάλια γέρνουν μαγειρεύουνε το φως
και απλώνουν ρίζες χωμάτινα αλμπατρός
για να γίνουν δέντρα στον ουρανό παλμό

Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Σταύρου Διοσκουρίδη, στη διαδικτυακή έκδοση της Lifo.
Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδώ ,

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Ποιό ταξίδι. Πεθαίνουν, δε φεύγουν - πεθαίνουν. Ζωή πικρό δευτερόλεπτο τέλος. Έχω εξεταστική, δεν προλαβαίνω να πάω στο νοσοκομείο, μετά. Έχω καιρό, έχω. Θέλω να ζήσεις λίγο ακόμα, το απαιτώ, αφού δεν υπάρχει κανείς να μας ελέγχει από πάνω είναι στο χέρι σου και θέλω λίγο χρόνο ακόμα το απαιτώ. Μη σβήσεις έτσι, ήταν Πέμπτη, δε σβήνουν οι άνθρωποι Πέμπτη. Φεύγουν Κυριακές που είναι ήσυχα και έχει ήλιο - δε φεύγουν, πεθαίνουν. Που έχει ήλιο και είναι ο κόσμος ωραίος, αθώος, γλυκός - τότε πεθαίνουν. Που είναι ο δρόμος ωραίος και η Εθνική ακόμα πιο ωραία, τραβάει μακρυά και σε πάει εκεί που ο ήλιος είναι ακόμα πιο μεγάλος από πάνω σου. Δεν πέθανες, έφυγες γιατί ήταν ωραία η Εθνική και σε κουράζει η πόλη. Ποιά λογική, έφυγες, δεν πέθανες. Το καλό ταξίδι το λέμε σε αυτούς που φέυγουν. Σε αυτούς που ξαναγυρίζουν λέμε και "θα τα πούμε όταν γυρίσεις". Σε αυτούς που μόνο φεύγουν λέμε καλό ταξίδι

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Εδώ Πολυτεχνείο


Βρέχει για σένα που έπεσες, για το χαμένο σου όνειρο, για τη βραχνή από τα συνθήματα φωνή σου.

Βρέχει για να είναι μαλακό το χώμα, μόνο δάκρυα στη μουσκεμένη γη δε φτάνουν για να φυτρώσουν από τις ελπίδες σου φρέσκα λουλούδια, κόκκινα, σαν το αίμα που έδωσε χρώμα στα πιστεύω σου.

Βρέχει γιατί ο ουρανός στέλνει λίγη από την ανάσα σου στη γη, απλώνουμε τα χέρια και αγγίζουμε τον αναστεναγμό σου, σηκώνουμε το κεφάλι πάνω και θέλουμε να σου πούμε να μην κλαις, δε χρειάζεται, σε θυμόμαστε πάντα και πάντοτε, με πορείες, με φωτιές, πίσω από το παράθυρο με τη φωνή της Ane Brun να γλιστράει στο χώρο και τις διάφανες σταγόνες να χορεύουν στον αέρα σαν να είναι οι σκέψεις σου.

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να χορέψω σιγανά για σένα κάτω από τη βροχή και να ψιθυρίσω στις σταγόνες σου ευχαριστώ