Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

10 αγαπημένες ταινίες

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Η επόμενη μέρα


Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις. Μέσα απ' τις φωτιές, τα γυαλιά τα ρημαγμένα πίξελ της αναμετάδοσης. Πάνω από μια γη που καίγεται για τα παιδιά που δεν ήρθαν ακόμα στον κόσμο, για μέρες που δε στριφογύρισαν ανήσυχα σε μουσκεμένα σεντόνια άλλων καιρών, όταν εσύ θα είσαι πια το χώμα. Θα παγώσεις τα μάτια σου στο παρόν που υπήρξε το μέλλον αυτών που αγάπησες το παρελθόν αυτών που θα αγαπήσεις και τα κτίρια θα λαμπαδιάζουν θα τυλίγεται στις φλόγες το απομεινάρι των περασμένων που στάθηκε σπίτι σε μνήμες και στιγμές που δεν έζησες, δεν μπορείς να ξέρεις, δεν μπορείς να καταλάβεις, τον πόνο που μένει από κάτι που ήσυχα βίωσε εμφύλιο και κατοχή για να σβήσει τρίζοντας σε στάχτες μίας νύχτας. Θα ακούσεις ένα ουρλιαχτό, θα δεις ένα πλιάτσικο, μια τζαμαρία να πέφτει, θα ακούσεις την αμηχανία στα λειψά συνθήματα στα μπερδεμένα βήματα, τώρα πάμε πάνω ή πάμε πίσω, τι μας έφερε στο δρόμο, είσαι εσύ και είμαι εγώ και είμαστε κι οι δυο εδώ. Θα πεις όχι και θα σου ζητήσουν λύση και θα νιώσεις άσχημα γιατί τη λύση δεν την έχεις, έχεις δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, το θέαμα είναι μεγαλειώδες, με βλέπεις εμένα;, είμαι εκείνη η κουκίδα στα αριστερά, κι έχω διαβάσει βιβλία, έχω δει φωτογραφίες του πλανήτη από ψηλά, αλλά δεν έχω λύση, δεν έχω λύση. Και θα είναι μέσα στις πόλεις χαλάσματα, και δε θα αγαπήσεις, δε θα δεις, δε θα αγγίξεις, μονάχα θα αναδιπλωθείς στο πλήθος και θα κυλήσεις, χωρίς να σε λιώνουν οι ήχοι, γιατί εδώ και χρόνια δε λυγίζεις. Και θα φεύγουν τα χρόνια θα έρχονται άλλα αλύπητα, σαν όλα που πέρασαν, σαν τα μετά τα μακρύτερα και εμείς θα γεννηθούμε θα αναστηθούμε και θα σβήσουμε, σε μια νύχτα με άλλους, σε φάρους και χαρακώματα, βλέποντας στα ματιά σου βροχή τα λουλούδια για όσα χάθηκαν. Και λίγο λίγο θα φεύγει αυτό που μας κράτησε, θα μας αφήνει μόνους έρημους άδειους θνητούς, να ξεχυνόμαστε στους δρόμους τρομαγμένοι, φύλακες των καιρών ή δυνάστες;, με τις μέρες να γεννιούνται να ανασταίνονται και να σβήνουν σε χαρακώματα και φάρους και μόνο τα μάτια σου στη γη δε θα ξανάρθουν ίδια.
Θα βρεθείς, θα υπάρξεις, θα κληθείς να γράψεις.
Πώς θα διαλέξεις να το κάνεις;

ΥΓ Η φωτογραφία του Νίκου Οικονόμοπουλου

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες πίσω από τα τραγούδια


    Στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό, η γιαγιά κάθεται από την έξω μεριά του τραπεζιού και μιλάει. “Εκατσάμην, εφαγάμην και μου λέγει, ε Βασίλω.”. Με το ένα χέρι στρώνει το τραπεζομάντιλο το άλλο ελαφρά υψωμένο γυρίζει και κινείται. “'Ολα αυτά τα χρόνια πικρή κουβέντα δεν μου είπε.”. Τα μαλλιά πλεγμένα και πιασμένα με φουρκέτες, όλο το χιόνι του Κάμπου εκεί και στα μάτια με τα καπνοχώραφα, στο βάθος τους ο πατέρας μου είναι παιδί και ξυπνάει μέσα στη νύχτα καλοκαίρι, σπάσιμο και μπούρλιασμα. “Πάρε λίγο κρέας ακόμα.”. Τα πόδια της επιπλέουν σαν πάνω από νερό, μέσα στις μαύρες κάλτσες τις μαύρες παντόφλες τα μαύρα ρούχα, επιπλέουν πάνω από το πάτωμα σταυρωμένα μεταξύ στους αστραγάλους. “Και τα παιδιά, έχουν τα δικά τους.”. Το πρόσωπο και τα χέρια σκαμμένα βαθιά, γύρω απ' τα χείλη, γύρω απ' τα μάτια, σαν τα χωράφια που οργωθήκαν και τις γενιές που μεγάλωσαν, γενιές δικές της και γενιές ορφανές στα ίδια χέρια, αν τα παιδιά μου έρθουν στην πόρτα σου, άνοιξέ τους να μπουν. “Καμιά φορά τη νύχτα μόνο, του λέω, αε ρε Νάσο, εσύ έφυγες τώρα.”. Μικροκαμωμένο ξωτικό, αεικίνητο, βλέμμα ξύπνιο τραχειά γλυκό, έσκυψε με τους καιρούς δε λύγισε, σπιτικό που έκαμε με άντρα και γυναίκα, στο χαμό του ενός κάνει τον άλλο διπλό. “Γιαννάκο βάλε καμιά φέτα ακόμη να καψαλίσει στη σόμπα.”. Κοιτάει ένα γύρω και σταματάει απέναντι στην τελευταία γενιά. “Άι ρε Ρωμανέ με τόσα μαλλιά πώς θα σε βλέπουν τα κορίτσια;”. Ο Ρωμανός γελάει, τους αρέσει γιαγιά, τους αρέσει. Ο μπαμπάς ακουμπάει με τους αγκώνες στο τραπέζι, το πηγούνι στηριγμένο στο ένα χέρι, η μαμά καθισμένη απέναντι έχει τα χέρια σταυρωμένα μπροστά, γράφω την ιστορία της γιαγιάς που μεγάλωσε παιδιά, ανίψια, εγγόνια, σε μια χαρτοπετσέτα, κάτω από το τραπέζι, στο σπίτι που ξεκινούν οι πρώτες αναμνήσεις, τα Χριστούγεννα του '09, στα τρίτα Χριστούγεννα χωρίς τον παππού στο χωριό.

Όλες οι γιαγιάδες της γης αμυγδαλιές δέντρα γύραν μπρος και γεμίσαν αυλακιές
χέρια ροζιασμένα που χουν μάθει στα καπνά
κι άλλα που σου λένε ιστορίες απ' τα παλιά

Μαυροφορεμένα τα μάτια είναι πουλιά
και το χιόνι θάβει τις φουρκέτες στα μαλλιά
κάτω από τσεμπέρια κρύβουν τα πικρά
για να μη σκοτίσουν μ' έγνοιες τα παιδιά

Μοναχά τις νύχτες στενάζουνε βαθιά
κι απ' τα στήθια ανασαίνει προσευχή στα σιωπηλά
για τον άνθρωπό τους που έσβησε γλυκά
και το βλέμμα στέλνουν τρυφερά εκεί ψηλά

Όλες οι γιαγιάδες της γης ο θησαυρός
στα τσουκάλια γέρνουν μαγειρεύουνε το φως
και απλώνουν ρίζες χωμάτινα αλμπατρός
για να γίνουν δέντρα στον ουρανό παλμό

Δημοσιεύτηκε στη στήλη του Σταύρου Διοσκουρίδη, στη διαδικτυακή έκδοση της Lifo.
Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορείτε να δείτε εδώ ,

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

2011 - 2012













On the Lake by Kerkville

Αυτά τα δέκα τραγούδια δεν ήταν ούτε τα πιο αγαπημένα μου για τη χρονιά που έφυγε, ούτε είναι όλα απαραιτήτως αυτά που θα σώσουν τη μουσική δισκογραφία από ένα κάποιο αγχωμένο τέλμα. Ήταν τα δέκα που τo έφερε η ώρα να ακούσω για μέρα ολόκληρη ή και μέρες συνεχόμενα στο repeat, περίμενα να φτάσουν στο τέλος και μετά μεθοδικά τα ξαναέβαζα από την αρχή, καθένα σε άλλη εποχή του χρόνου, ξανά, και ξανά, και ξανά, και ξανά. Κάποιο από αυτά το έψαχνα για δύο χρόνια, ένα άλλο το ερωτέυτηκα μοναδικά κι έτσι περνάει για δεύτερη χρονιά σε τέτοια λίστα, άλλο το άκουγα μικρή από βινύλιο και ήταν περίεργο να το ξαναβρώ στο youtube, ένα το άκουσα και κλείδωσε μέσα μου σαν αυτό το κάτι δικό μας στο οποίο στρεφόμαστε σε φορές χαράς φορές λύπης, όταν οι άνθρωποι δε μας καταλαβαίνουν όπως θα θέλαμε ή μας καταλαβαίνουν τόσο όπως θα θέλαμε που κουμπώνουμε σαν παζλ και γουργουρίζουμε σα γάτες. Αν τα κοιτάξω όλα μαζί έτσι μαζεμένα, τα δέκα μου κομμάτια είναι ψύχραιμα και μαλακά, μέσα σε μια χρονιά ανήσυχη κι ηλεκτρισμένη κι έτσι ήσυχα νιώθω οτι πέρασαν οι μέρες, κάτω από ένα γύρισμα του καιρού που αργά και σταθερά τσακίζει έναν έναν τους ανθρώπους, τους ανθρώπους που μεγάλωσαν βρέφη και εγγόνια σε πόλεις και χωριά, και τώρα ανήμποροι στέκουν ένοχοι μπροστά στα μάτια των παιδιών, λυγισμένοι από τις επιλογές που έκαναν και άλλες που δεν κάναν, κλαράκια που αέρηδες πασχίζουν να σπάσουν στη θλιμμένη γη. Για μένα θα είστε πάντα δέντρα.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Ελευθεροτυπία


Υπάρχουν στη ζωή σου μικρά ή μεγαλύτερα σύμβολα και αξίες που καθορίζουν την πορεία σου και σου γνέφουν με ασφάλεια οτι, έτσι είσαι εσύ και αυτή είναι η ζωή σου και εμείς κοίτα είμαστε εδώ για να σου τα κρατάμε αυτά που ήξερες στη θέση που ήξερες. Και ο κόσμος να πηγαίνει και να έρχεται στις άστατες στροφές του αλλά εσύ να, κρατήσου τώρα, ερχόμαστε από τότε που ήσουνα παιδί και δε θα φύγουμε κι όλα θα στρίψουν και θα λιώσουν στην άκρη αλλά ησύχασε, κανένας δεν θα σε πειράξει, είμαστε εδώ, από τις πρώτες μέρες της ζωής σου έως το ταραγμένο σήμερα, σαν μεγάλα δέντρα, σαν καλά βουνά.
     
Από το 1989 έως το 2011, με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες μέρες που κάποιος Ιούνιος θα μας έβρισκε κάπου μακρυά από την πόλη να κολυμπάμε σε θάλασσες με σκούρο μπλε και ασβεστωμένα ήσυχα σπίτια από πάνω χωρίς πρόσβαση σε πρακτορείο, ή κάποια Χριστούγεννα που στο χωριό θα είχε χιόνι και θα πηγαίναμε με τα ξαδέρφια στο βουνό κάνοντας τη στάση σε εκείνο το χιονοδρομικό με την ταβέρνα που είχε το τζάκι και την τηγανιά και όλοι αφήναν τα ρούχα τους να στραγγίξουν απ' το χιόνι μέχρι να φάνε και να ξαναβγούνε να βουτήξουν ολόκληροι σε αυτό με το μυαλό λίγο πιο μακρυά από την επικαιρότητα, με εξαίρεση αυτές τις μέρες ανικανότητας ή ελάχιστης αποχής από την πρόσβαση, η Ελευθεροτυπία θα ήταν ο σταθερός τέταρτος και αργότερα που ήρθε κι ο αδερφός μου στη ζωή, ο σταθερός πέμπτος, αν βάλουμε και τη γάτα καταλήγουμε στον σταθερό έκτο κάτοικο του σπιτιού μας και το να είσαι τέλος πάντων ο σταθερός κάποιος στη ζωή ενός σπιτικού δεν είναι μικρό πράγμα.
     
Τις καθημερινές είσαι αραδιασμένος στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας με τις χαρακιές και τις μουτζούρες από τα στυλό, ανάμεσα στα κίτρινα πιάτα, με τα κίτρινα στόρια ανεβασμένα, με κούπες από καφέ και ασετάριστα μαχαίρια, μάλλον είναι ακόμα τα χρόνια του δημοτικού, με το Persona (non) grata στο πίσω μέρος. Κάποιες Τετάρτες πέρασαν με ανάμεσα το "9", που ήταν εκείνο το σχέδιο του Ζερβού που ένας τσελίστας έπαιζε και ο περαστικός του πέταγε στο καπέλο νότες, ο Φιλ Πωτ του Μητσομπόνου, τα ημερολόγια του Πανταζή και εκείνο συγκεκριμένα που λέει για το φθινόπωρο, το φθινόπωρο γουστάρω τα χρώματα, το χρώμα των ματιών σου που γίνεται πιο ζεστό και με μη με πεις περίεργο αλλά όλα αυτά δεν τα γουστάρω στις εξόχες αλλά στην πόλη με φόντο τις πολυκατοικίες της γειτονιάς που γεννήθηκα. Έναν καιρό, Τρίτες ή Πέμπτες δε θυμάμαι, τα "Ιστορικά", οργανωμένα τώρα σε φακέλους ψηλά στη βιβλιοθήκη σε αντίθεση με τα "9" που είναι στη σκάλα, όπως οργανωμένα σε φακέλους είναι και τα "Γεωτρόπια", με αυτή την αγωνία κάθε φορά αν αυτό το τεύχος θα έχει ρεπορτάζ του Κώστα Ζυρίνη και της Ισαβέλλας Μπερτράν ή όχι. Και μετά είναι και αυτές οι Κυριακές που κάποιος όπως και να το κάνουμε πρέπει να πάει στο περίπτερο και θα ήταν ο πρώτος που ξύπνησε ή ο τελευταίος, όπως και να χει πάντως θα είναι ο πρώτος δικαιούχος να διαβάσει το "Έψιλον" ξεκινώντας από τον Αρκά και μετά όλα τα άλλα,  με τον Ιό της Κυριακής που μυστήρια εξαφανίστηκε.

Σημαντικός αυτός ο σταθερός κάποιος, δεν είναι;

Είμαι συναισθηματικό είδος ανθρώπου και δε θα μπορούσα να γράψω για αυτό αποστασιοποιημένη σαν να μιλάω για ένα γεγονός που διαδραματίστηκε σε μακρινές γεωγραφίες από τις δικές μου. Και είμαι ακόμα πιο συναισθηματικό διότι τα καλοκαίρια του 2005 και του 2006 είχα την τύχη να βρεθώ στα γραφεία του πολιτιστικού τμήματος της Ελευθεροτυπίας στα πλαίσια ενός σχολικού προγράμματος, καταλήγοντας τελικά να γράψω κάποια άρθρα, να πάρω μια δυο συνεντεύξεις από ανθρώπους του χώρου που θαυμάζω πολύ, να γράψω για συναυλίες καλλιτεχνών πολύ αγαπημένων και όλα αυτά όχι γιατί υπήρχε κάποια υποχρεώση τέτοια από το σχολικό πρόγραμμα αλλά γιατί οι άνθρωποι ανάμεσα στους οποίους βρέθηκα να κάθομαι ήταν το μεγαλύτερο σχολείο.
     
Υπήρξα αρκετά τυχερή ώστε να βρεθώ εκεί όσο ακόμα ήταν προιστάμενος του τμήματος ο Δημήτρης Γκιώνης, για τον οποίο πάντα θα νιώθω αυτή την αγάπη που νιώθεις για τους ανθρώπους που διάβασες τα βιβλία τους τέσσερις και πέντε φορές και μόλις βρεθείς μπροστά τους νιώθεις οικεία σα να τους ξέρεις από πάντα, αφού έτσι είναι, σε μεγάλωσαν από μακρυά χωρίς να το ξερουν. Ο Γιώργος Βιδάλης που με εμπιστεύτηκε και με έστειλε να καλύψω την πρώτη μου συναυλία, Jose Carreras και Sumi Jo στο Ηρώδειο, η Βένα Γεωργακοπούλου που τη νιώθω μεγάλη μου φίλη από μακρυά, η οποία ανέλαβε άξια τα ηνία μετά τη φυγή του Γκιώνη. Ο Ρούβαλης που μου έδινε να διαβάζω τα λογοτεχνικά του βιβλία όταν δεν είχα κάτι να κάνω, εκείνο το μεγάλο του Philip Roth που είχε το φοβερό πράγμα να σου αναποδογυρίζει συναισθήματα και ψυχολογία από πάνω κάτω και ανάποδα, και μου έδωσε και μια φωτογραφία από το live των Massive Attack και μου έκανε και αστεία που στην αρχή ένιωθα όπως και να 'χει αμήχανα στα δεκαπέντε μου χρόνια ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Η Ιωάννα που όλο μου χαμογελούσε με αυτά τα όμορφά της μάτια, ο Κανελλόπουλος και ο Αναστασόπουλος που έγραφαν για όλες τις συναυλίες που θα ήθελα να είμαι, η γλυκειά Φωτεινή, η φοβερή Ναταλί με τη μαλακή φωνή, ο πρόωρα χαμένος Μπάμπης Θέμας.

Σε μια εποχή που ο όρος "φρόνημα" δεν έχει τη σημασία που είχε κάποτε και οι άνθρωποι τείνουν να συγκλίνουν στους ίδιους χώρους ακόμα κι αν ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο ισχυριζόμενοι οτι ανήκουν σε διαφορετικούς, κάποια πράγματα καταλήγουν επιλογές σου περισσότερο πια από συνήθεια. Αυτό το κείμενο δεν έχει σκοπό να αξιολογήσει την πορεία της Ελευθεροτυπίας τα τελευταία χρόνια, ύστερα και από τις αλλαγές στη διαχερίση και τις λοιπές αναδιαμορφώσεις, με τις φυγές δημοσιογράφων πριν τον ερχομό των τελευταίων ημερών, σε μια εποχή αλλαγών ούτως ή άλλως. Ούτε να μιλήσει για κρίση αξιών και θύματα σε καιρούς ταραχής, ούτε για τους 800 ανθρώπους που θα μείνουν στο δρόμο, ούτε για την συμβολή ενός ιστορικού εντύπου στη διαμόρφωση των ημερών μας, μέρες καλές και μέρες κακές. Το κείμενο δεν είναι γραμμένο ούτε για το κενό που θα αφήσει θεωρητικά και πρακτικά στο χώρο της δημοσιογραφίας το κλείσιμο μιας εφημερίδας όπως η Ελευθεροτυπία. Παρά τις αλλαγές που υπέστη σε έναν κόσμο που οι εφημερίδες περιέχουν από cd έως καφετιέρες, θεωρώ ακόμα την Ελευθεροτυπία κάτι διαφορετικό και μοναδικό που με κάνει και αντικειμενικά πέρα από τους συναισθηματισμούς να δυσκολεύομαι να διαβάσω άλλη εφημερίδα.

Το κείμενο λοιπόν είναι γραμμένο για κάτι πολύ αγαπημένο που έτσι όπως πέρασαν όμορφα τα πρώτα χρόνια κατέληξε να είναι κομμάτι μου ισχυρό και αναντικατάστατο που άμα μου το πάρεις από μέσα μου θα με σχίσεις στα δύο. Κι αφού το κείμενο αυτό δεν είναι δημοσιογραφικό, θα το ονομάσω ευχή. Η ευχή μου για το 2012 είναι η Ελευθεροτυπία να μείνει ζωντανή. Κι όπως πολύ σωστά γράφτηκε, η Ελευθεροτυπία είναι η ψυχή των εργαζομένων της και για αυτή την ψυχή είναι οι ευχές. Για την ψυχή που έχει γίνει πια λίγο και δική μου. Και τις μέρες που έρχονται την ψυχή μου τη θέλω ολόκληρη. Καλή μας χρονιά