Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Για τη Στέλλα Πρωτονοταρίου


Βγαίνω στο δρόμο και δένω το μαντήλι καλά γύρω από το κεφάλι μου. Δεν πρέπει να με δουν. Προσπάθησα να καλύψω τα κοτσιδάκια στα μαύρα μαλλιά μου κάτω από το βαρύ ύφασμα και να εξαφανίσω το σκούρο χρώμα του προσώπου μου πίσω από τις ίνες του βαμβακιού. Τώρα είμαι μόνο μάτια, αν τραβήξεις το μαντήλι μπορεί να βρεις και λίγα μόρια χαμόγελου, είναι εκεί αλλά πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να ενεργοποιήσεις τον πυρήνα τους, γι' αυτό για σήμερα θα είμαι μόνο μάτια, και γι' αύριο, και για μεθαύριο, και για τη μέρα που ακολουθεί αυτό που έρχεται μετά το αύριο, μόνο μάτια

Τώρα έκανα ότι μπορώ για να μην ενοχλώ την αισθητική σας, μπορώ να περπατήσω? Θα πηγαίνω άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο και θα προσπαθώ να μη σας αγγίζω με τους αγκώνες μου. Μπορώ να κρατήσω και την ανάσα μου αν θέλετε, όταν βρεθώ ξανά μόνη μου θα κοιτάξω πάνω και θα αναπνεύσω σα να βγήκα μόλις από το βυθό της θάλασσας, έκανα ένα μακροβούτι και τώρα πλησιάζω στην επιφάνεια, βλέπω το χορό του φωτός μέσα από το νερό, είμαι όλο και πιο κοντά και ξαφνικά φτάνω πάνω, ήλιος αέρας, παίρνω ανάσα γύρω μου αέρας αλλά στοπ. Πολύ κράτησε. Σπρώξτε με. Πάλι πίσω. Μέσα. Στο σκοτεινό νερό μου στον ανήλιαγο βυθό μου

Μπορώ να βρω μια δουλειά για να μην νομίζετε οτι καταναλώνω τα φανταχτερά αγαθά σας χωρίς να το αξίζω. Θα είμαι καλυμμένη δεν θα κολλήσετε. Αλλά παρκάρω στο χώρο που έχει κρατηθεί ρεζερβέ για εσάς, αυτό αυτό κι εκείνο το τραπέζι είναι για λευκά χρώματα, τα μαύρα αλλού. Αν σας πάρω τις δουλειές σας πού θα δουλέψουν τα παιδιά σας πού θα δουλέψετε εσείς

Καταλαβαίνω δε σας κατηγορώ. Φοβάστε για τις κατακτημένες σκιές σας τις φασαριόζικες αυτοκρατορίες σας. Γυαλί που θα σπάσει και τα θρύψαλα κομματιάζουν τη σιγουριά σας. Δε θυμώνω καταλαβαίνω, καταλαβαίνω από φόβο. Να μόνο ένα παράπονο εδώ πίσω από την καρδιά που μου ξεσκίζει το μέσα μου και ματώνει σιγανά κι αόρατα, έτσι όπως σιγανά κι αόρατα ματώνω στους δρόμους σας, που φωνάζει και κλαίει και θέλει να χτυπηθεί στους τοίχους και να ανέβει σε μια εξέδρα στο πεδίον του άρεος, δε χρειάζεται να είναι μπλε πράσινη ή κόκκινη, μια εξέδρα ξύλινη να ανέβω να φωνάξω για τα βλέμματα μαχαίρια που με καρφώνουν στο στήθος, για τις μελανίες που έχω στα χέρια μου, για το σάλιο που λερώνει το μαντήλι μου, για το βρισίδι που καταλαβαίνω οτι είναι βρισίδι από τη μεταλλική γυαλάδα στα μάτια σας, για τα παιδιά που θα φέρω στο βρωμερό κόσμο σας και θα μάθουν να κρύβονται κάτω από τα μαντήλια όπως κι εγώ, χωρίς φαί, χωρίς σκεπή, χωρίς γιατρούς, χωρίς σχολείο, χωρίς δουλειά, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς οικογένεια, χωρίς έρωτα, χωρίς οξυγόνο, χωρίς φως, χωρίς άερα, χωρίς ζωή. Θέλω μόνο να σταθώ 15 λεπτά σε έναν μικρό μόλο και να εισπνεύσω όσο μπορώ από την εικόνα μιας θάλασσας πίσω στην πατρίδα μου. Θέλω μόνο 15 λεπτά αέρα ήλιου και ανάσας. Γιατί δεν είμαι παρά μια σκιά και η αυτοκρατορία μου σκονισμένη μοιρασμένη παράγκα των 9 τετραγωνικών.


* Η Στέλλα Πρωτονοταρίου υπήρξε διευθύντρια του 132ου Δημοτικού Σχολείου Γκράβας και αφιέρωσε όσο χρόνο ψυχή και διάθεση διέθετε για να προσφέρει στα παιδιά και τους γονείς των χαμένων πατρίδων που φοιτούσαν στο σχολείο της, μικρά και μεγαλύτερα 15λεπτα αέρα ήλιου και ανάσας. Πρώτα η ίδια και οι συναδέλφοι της μάθαν τη γλώσσα των μαθητών και των γονιών, και μετά προσπάθησαν να μάθουν στα παιδιά τη μητρική τους γλώσσα και τα ελληνικά. Παράλληλα τους έδωσε ευκαιρίες για ανάπτυξη δεξιοτήτων και δημιουργικότητας, μέσα από παραστάσεις και κάθε φύσης δραστηριότητες. Εννοείται χωρίς καμιά χρηματική αποζημίωση. Το αποτέλεσμα ήταν μείωση των βίαιων επεισοδίων στο σχολείο, αίσθημα αυτοεκτίμησης των παιδιών, συμμετοχή των γονιών τους στη σχολική κοινότητα, μετάθεση της κ.Πρωτονοταρίου σε άλλο σχολείο και δίκη με την κατογορία οτι χρησιμοποιούσε παράνομα το χώρο του σχολείου τα απογεύματα για παράδοση μαθημάτων αλβανικών και άλλων γλωσσών. Το κείμενο αφιερώνεται σε αυτήν με τον περισσότερο θαυμασμό. Και αφιερώνεται σε όλες τις ψυχές φαντάσματα που προσπαθούν να υπάρξουν μακρυά από το κέντρο τους.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

Ύπουλοι Νοικάρηδες

Νοικιάζω το μυαλό μου στον Αμαντέους.
Είναι πολύ επίμονος νοικάρης καθώς προσπαθώ να κάνω μάθημα κι αυτός φωνάζει λα - μι ντο - λα μι μι φα μι ρε μι λα μι ρε ντο ντο
Του είπα να κάνει ησυχία αλλά αυτός μου πέταξε στα μούτρα κάτι δέκατα έκτα και βρόντηξε την πόρτα με κρεσεντική αγένεια.
Θεώρησα οτι τώρα δε θα τον ακούω αλλά αυτός είναι ύπουλος και άνοιξε το παράθυρο που βλέπει στην αυλή μου.
Αν συνεχίσει αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά, 14 Ιουνίου που λήγει το συμβόλαιό του θα τον πετάξω έξω από το σπίτι κι ας είναι Κυριακή.
Μέχρι τότε του μιλάω γλυκά και του φέρομαι με συμπάθεια, όπως και να χει μέχρι τις 14 του νοικιάζω το μυαλό μου και καλό είναι να τα πηγαίνει κανείς καλά με τον Βόλφκαγκ Αμαντέους Μότσαρτ.

ΥΓ Στις 14 Ιουνίου δίνω για το πτυχίο μου στο βιολί και μέχρι τότε ενοικιάζεται

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Από Το Κόκκινο Τετραδιάκι


Τι τραγούδι να σου πω χωρίς ουσία να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει να μην έχει ούτε λάμψη ούτε αξία μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά

Αβάσταχτη ευτυχία
Έτσι χωρίς λόγο και τραγούδι έσκασε ξαφνικά από πρόσφατο πρωινό υποσυνείδητο


Και λέει μου πες είσαι ερωτευμένη? Και σου πα ναι αλλά όχι όπως το εννοείς

Και πώς το εννοείς εσύ με ρώτησες

Και σου πα οτι δεν είμαι ερωτευμένη με άντρα δεν είμαι με αγόρι αλλά με άντρες με αγόρια με γυναίκες με κορίτσια με πρόσωπα άσχημα πρόσωπα όμορφα με δέντρα με σπίτια με φαγητά με τραγούδια με χρώματα στους τοίχους με όσους ακούω όσους βλέπω όσους νιώθω με όσα ακούω όσα βλέπω όσα νιώθω με εσένα με εμένα με τα πάντα

Κι εσύ λέει μου πες κι εγώ είμαι ερωτευμένος αλλά έτσι όπως το εννοώ

Και χαμογέλασα κι είπα αυτό δεν είναι κακό και νιώθω τώρα πολύ ωραία που ναι σα να πετάω και στριφογυρίζω στην καρέκλα μου και αυτή δε με χωράει και θέλω να φωνάξω και να σηκωθώ και να χοροπηδήσω και να τραγουδάω για όσα με κάνουν να χαίρομαι που είμαι εδώ που είμαι τις στιγμές που είμαι και δεν είμαι πια στεναχωρημένη που το διάβασμα δεν πήγαινε καλά μια βδομάδα και είχα νέυρα και φώναζα αλλά όχι χαρούμενα και τώρα είναι πολύ ωραία που μαι 19 χρονών και μπορώ να μαι ρομαντική σαν σε ταινία και να φτιάχνω ιστορίες που δεν έχουν γίνει ή έχουν γίνει ή θα γίνουν και όλα αυτα να τα γράφω απλά με μικρές μεγάλες λέξεις ευτυχία και να εννοώ τα πάντα και να νιώθω τόσο απέραντα γεμάτη από πολλά χαμογελαστά πράγματα και όλα αυτά και τις ιστορίες και τα πάντα και τα πράγματα να τα γράφω σε ένα κόκκινο τετραδιάκι κατά τη διάρκεια 3ωρου μαθήματος στον 3ο όροφο της σχολής εδώ κάπου στο κέντρο
.
.
.
.
ΥΓ Ψέμματα. Όχι χωρίς λόγο. Οι ρίζες της ευτυχίας μου είναι χωμένες στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού μου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Οι Πιο Όμορφες Μέρες Μας


Άμα το χάσεις το λεωφορείο το χασες σας βρίσκεται ένα εισιτήριο αυτά τα περίπτερα δεν έχουν ποτέ

Ψυχές μόνες επιβιβάζονται στριμώχνονται φρενάρουν αποβιβάζονται

Ο γιος μου ξέρετε σπουδάζει στο εξωτερικό είμαι μόνη μου εδώ έρχεται τα καλοκαίρια

Ψυχές άδειες χτυπάνε μικρά χαρτάκια που τραγουδάνε μικρά κλικ σε τετράγωνα στόματα

Κίνηση σήμερα πολύ κίνηση ανοίχτε κανά παράθυρο θα σκάσουμε

Ψυχές ρευστές βολεύουν τα ψώνια τους κοιτάνε ένα γύρω και αγκαλιάζουν τις σακούλες τους

Τι είναι ο έρωτας τον έρωτα νεαρέ μου τον έχουν εξαχρειώσει ακούς αγάπη μου λατρεία μου τι είναι αυτό δεν είναι αυτό ο έρωτας τον έρωτα νεαρέ μου τον έχουν εξαχρειώσει

Ψυχές μαρμάρινες ακουμπάνε το κεφάλι γυρτά στα αριστερά κλείνουν τα μάτια κραδασμοί ραγίζουν το μάρμαρο

Κάνε πιο πέρα να κάτσω είμαι άρρωστη δε σας χρειάζομαι εγώ έχω λεφτά στην τσάντα μου θα πάω στο λιμάνι και θα φύγω δε σας χρειάζομαι με τις ικανότητές μου θα σας νικήσω όλους

Ψυχές ξεχασμένες παραμιλούν και γυροφέρνουν τα μάτια είναι εδώ και είναι εκεί σε βλέπουν και δε σε βλέπουν αχ να φύγουν να φύγουν να φύγουν από δω

Έχει πορεία ακούσατε κάτι περνάει αυτό από Ομόνοια?

Ψυχές αργοπορημένες στο φανάρι πάνω αναβοσβήνουν είναι φάροι καντηλάκια το θλιμμένο πάλσαρ κι αυτός ο δρόμος θα χει πάντα ναυαγούς

Κάνε πιο πέρα να περάσω στη χώρα σου δεν είχε συγκοινωνίες?


Ψυχές μικρούλες διάφανες σιωπηλές σαν κυριακές χώνονται στη γωνία κουρασμένες υπομένουν και ταξιδεύουν σε ένα χυδαίο τρόλευ με αόρατα απαγορευτικά αόρατες θάλασσες ταξίδια αποδημητικά η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει


Ο γιος μου σπουδάζει στο εξωτερικό είμαι μόνη μου εδώ κι έρχονται καλοκαίρια


Βγήκα στην ταράτσα κι έκανα σαπουνόφουσκες κι έφτασαν μέχρι τον ουρανό

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Ο Ράμπο των Κάτω Πατησίων


Μπράβο, Ράμπο

Έσωσες την ανθρωπότητα από το ενοχλητικό σκουλήκι που αναπνέει το οξυγόνο της κοινωνίας
Είσαι ο προσωπικός μου ήρωας, ο ιππότης των ονείρων μου

Ο δικός μου Έλληνας Ζορό

Σύμφωνα με εσένα λοιπόν, ο φανερά όχι στα καλά του 50ρης κύριος που έβριζε λίγο μόνος του, λίγο εμάς, λίγο τα πάντα, στο τελευταίο βαγόνι του τραίνου των 18.05 του συρμού Πειραιάς - Κηφισιά, πρέπει να βρει ένα τετράγωνο κουτάκι το οποίο να αυτο-οξυγονώνεται ώστε να αναπνέει το δικό του προσωπικό οξυγόνο

Μακρυά από το λεπτεπίλεπτο δικό σου

Γι' αυτό που λες, τον πλησίασες στα μουλωχτά εκεί που έβριζε μόνος του και μόλις άνοιξαν οι πόρτες των πέταξες στην αποβάθρα, φωνάζοντας του "Ρε πέρνα έξω σου λέω", με μίσος και βία που έκανε την ξαφνιασμένη Τρίτη του Απρίλη να τα χάσει

Ύστερα οι πόρτες έκλεισαν, ο συρμός ξεκίνησε πάλι κι εσύ κορδώθηκες στην πορτα ανακουφισμένος

Και όταν το μισό τρένο σου επιτέθηκε απορημένο από τον τρόπο που αντιμετώπισες την κατάσταση, εσύ φώναξες οτι μα εσύ δεν τον έσπρωξες καθόλου κι οτι αυτός ήταν ένα σκουλήκι που αναπνέει το οξυγόνο μας και τα βάλες με αυτόν που σου φώναξε "εσύ τον έριξες" γιατί σου μίλησε στον ενικό

Τι παιδάκι που είσαι

Φοράς ένα καρώ σακάκι και έχεις περιποιημένο μουστάκι παρμένο από τη Γερμανία του '40

Καμαρώνεις για τα σωστά λογικά σου και είσαι εκλεπτυσμένος εσύ, περιποιημένος καθαρός και ήσυχος σωτήρας του οξυγόνου

Δεν ξέρω πώς το σκέφτηκες, μπορεί να έχεις κόρη στην οποία επιτέθηκε κάποτε ένας τρελός σε ένα τραίνο

Ή μπορεί και όχι

Αυτό που ξέρω είναι δυστυχώς οτι λίγο με νοιάζει η ιστορία σου και οι λόγοι που σε καναν να επιτεθείς σε κάποιον που μπορεί υπό άλλες συνθήκες να ήσουν εσύ

Ή να γίνεις εσύ

Ακριβέ μου Φύρερ

Πόσο ίδιος είστε μέσα στα χρόνια

Με ενοχλείτε που αναπνέετε το οξυγόνο μου

Και χαίρομαι που όταν σας το είπα, σας το είπα χαμογελαστά και στον πληθυντικό και έτσι όπως το θέλετε, ακουμπώντας σας ευγενικά στον ώμο