Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Παιδιά των ματωμένων δεκεμβρίων

Παιδιά των ματωμένων δεκεμβρίων, σφαλίστε μας τα χείλη και τα μάτια.
Στις χαλασμένες πόλεις του χειμώνα βάλτε στο βλέμμα μας τις παλάμες τις πληγές, φθόγγους στις σκονισμένες χούφτες.
Παιδιά, που στα μεγάλα μάτια σας καίει φωτιά και στη φωτιά λαμπαδιάζει η δασκάλα.
Παιδιά, που κοιμηθήκατε αδειανά κάτω από βρώμικες κουβέρτες και πάνω σε αυτές αντάριασε όλο το πέλαγος του ανθρώπου, πριν το κλωτσήσουν πόδια, εντολές, οι εξαρτύσεις.
Που σβήσατε από σκάγια μπλε, χακί ή ενός υφάσματος αθώου όταν κάποτε ήταν μόνο η ζέστη.
Που λαβωθήκατε πάλι και πάλι στα πιο βαθιά μέχρι το τέλος της ανάσας, πάνω σε ρόδες, πίσω από τζάμια, μέσα σε μια νύχτα που δεν τέλειωνε ποτέ.
Που ουρλιάξατε, αιχμαλωτιστήκατε, επιμείνατε, στερηθήκατε, μέχρι που μικρύνατε τόσο ώστε να χωράτε να περάσετε μέσα από δύο κάγκελα, σκιά που φέγγει και γεννά αντί να γιγαντώσει.
Που αντρέψατε, μελανιάσατε, απορρίψατε.
Που κλάψατε, σωπάσατε, γίνατε μόνο μάτια.
Που σας νανούρισαν πικρά, κάλλιο να φεύγαν οι ίδιοι.
Παιδιά, που γεννηθήκατε μιαν άνοιξη, ένα φθινόπωρο, ένα καλοκαίρι, όταν έπεφτε ήλιος, χιόνι, λουλούδια, σφαίρες.
Παιδιά, άλλα που φύγατε μικρά κι άλλα που θα θυμάστε.
Σφαλίστε μας τα χείλη και τα μάτια, συγγνώμη μη ζητήσουμε, συγχώρεση μη δούμε, μήπως και φέρει ο καιρός γνώση στο πολλαπλό μας σφάλμα.



ΥΓ Το κομμάτι γράφτηκε για ένα άλλο παιδί μιας άλλης (;) ζωής που έφυγε αναπάντεχα το καλοκαίρι του 2010. Ερμηνεύοντας τη σιωπή του ως συμφωνία, το κομμάτι αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά της γης που σβήνουν αναπάντεχα, αφήνοντας πίσω τους τους ζωντανούς να συνομιλούν με τους πεθαμένους.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Άναμμα



Τα φώτα κι οι φωτιές ανάψανε τους δρόμους.