Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Τα ρίγη (για μια παιδεία)

φωτογραφία: Eddie Adams

Κάθε τι μεγάλο, ένας σεισμός, ένας αγώνας, ένας πόλεμος, αποζητά την έξοδο από το μικρόκοσμο του προσωπικού και τη στροφή της προσοχής στο μεγάλο ενωτικό του φόβου, της συγκίνησης, του ίδιου θυμικού.
Κι είναι τότε καμιά φορά, στα μεγάλα και στα ρίγη, στην κοινή λαλιά, που αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω σε ό,τι πιο εσωτερικό, ό,τι πιο μόνο, να αναζητώ τον εαυτό μου τον δικό μου, εξαντλημένη από τη μοναξιά και συνάμα τόσο πλήρης.
Είναι τότε που μου λείπει απελπισμένα η Νεφέλη του 2010, του 2007, του 1999, του 1989, αυτό που κάποτε ήμουν και που ψήγματά του διατηρώ έως σήμερα, μιας και υπήρξα συνολικά συμφιλιωμένη με τα βαθύτερα είναι μου και τις εξωτερικές τους εκφάνσεις.
Αλλά πλέον τα γυαλιά μου έχουν βαθύ κόκκινο σκελετό και τα τραγούδια μου δεν είναι πια μπαλάντες. Κατά συνέπεια οι φίλοι που συνδέθηκαν με αυτά, δεν έχουν ενεργό συμμετοχή στο τωρινό εδώ μου, παρά μόνο σαν τους θυμάμαι κι ας μη με πήραν τα χρόνια, μήτε η ξενιτιά, μόνο η μετακύλιση. Και είναι τότε που κάθε τι καινούριο στη ζωή μου μαζί με εμένα, για λίγα λεπτά φαντάζει ξένο, παράταιρο, ανίκανο να συμβαδίσει με αυτό που θεωρώ την πιο παλιά εκδοχή μου, ανίκανο να καταλάβει τι άλλαξε μέσα σε τρία χρόνια και από κει που έγραφα, έγραφα, έγραφα, και τραγουδούσα, τραγουδούσα, τραγουδούσα, μουσικές και λόγια, κάθε τι που με συγκλόνιζε, κάθε που γοήτευε, τώρα μονάχα παρατηρώ, ησυχασμένη, σαν όλα να χουν ειπωθεί, σαν όλα να 'ναι ιδωμένα, κάποιος άλλος θα τα πει καλύτερα, κάποιος άλλος θα τα δει καλύτερα.
Και έτσι επιστρέφοντας μόνη πλέω για ώρα και πλέω και πλέω και βυθίζομαι, αργά, αβάσταχτα, νιώθοντας πως βαδίζω σε δυο παρόντα, δυο εν δυνάμει εκδοχές της ίδιας εικόνας, μια παιδική και μια κουρασμένη, μέχρι που ξαφνικά με χτυπάει τέτοιο κύμα, τέτοιο λίγωμα, τέτοιο τρεμούλιασμα για ό,τι υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρξει, που τρομάζω και ουρλιάζω μέσα μου πως δεν θα συμβιβαστώ, δεν θα αργοπεθαίνω συνηθίζοντας, κάθε γεγονός ικανό να σοκάρει θα με σοκάρει σαν το σχολείο να τελειώνει τώρα και κάθε έρωτας θα οφείλει να είναι τόσο ακραίος σαν το πιο γλυκό ανικανοποίητο, το ανικανοποίητο κι ανήσυχο, το παντοτινά εξεγερμένο που παρέσυρε κι έκαψε γενιές και γενιές στην πιο ακραία συντριβή, την πιο ρηξικέλευθη επανάσταση, την πιο φαύλη ιστορία, για να πεθάνει και να γεννηθεί από τις στάχτες του στο κάθε καινούριο δευτερόλεπτο.
Αλλά όλη τη φωτιά μου και τον πανικό, τον έρωτα και τον πόνο,
όλη μου την αγωνία να μην κοιμηθώ και ξυπνήσω δειλή, νωθρή κι ανίκανη
τα ουρλιάζω, γδέρνω με τα νύχια μου, τα φτύνω,
σπαράζοντας:
να είναι η οργή το κινητήριο ξύπνημα
και όχι ακατέργαστος γνώμονας της πράξης.

ΥΓ "Μα βρε παλικάρια μου το παιδί γιατί το φάγατε;", "Ε κυρά - Μαρία, μας προκάλεσε, είναι κι ο Γιώργος μας θερμόαιμος, ξέρεις πώς είναι αυτά.", "Καταλαβαίνω βρε αγόρι μου, τι να κάνετε κι εσείς, για μας φροντίζετε", "Ναι κυρά - Μαρία, μην ξεχάσεις, αύριο στις 11 ανοιχτό συσσίτιο".
Όσοι ψήφισαν θα ξαναψηφίσουν, ο ξένος θα είναι ξένος και ο τραμπούκος ήρωας, μόνη ελπίδα η παιδεία, ουσιαστική, εκ των βαθέων, ανοιχτόμυαλη, υποχρεωτική για όλους δια βίου παιδεία, με σεβασμό στο παρελθόν, στα βαρυφορτωμένα βαπόρια, τα νταλκαδιασμένα οργανάκια, με σωστή ανάγνωση της ιστορίας, αποδεσμευμένη από τους διατηρητέους μύθους του παρελθόντος, ανοιχτός διάλογος με το παρόν και το μέλλον, επί ίσοις όροις, παιδεία αισιόδοξη να θρέψει μυαλά καθαρά, ικανά να βρούνε βιώσιμες, ανθρώπινες λύσεις στο ατελείωτο πηγαινέλα των λαών και των ψυχών τους, μην στερήσουμε από τις επόμενες γενιές την ευκαιρία να βγουν ανώτερες των προηγουμένων.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Τα Ιστσενκικά




Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Τα αποχαιρετιστήρια

Έχω αδειάσει το γραφείο μου από αντικείμενα και ύλη και το αφήνω να πλέει, ξύλινο και μεγάλο εμπρός στα παράθυρα.
Θα ξημερώσει και θα είναι Δευτέρα και τότε θα ανοίξουν τα σχολεία και όλα θα κυλήσουνε ξανά,
όμως τώρα στα χαρτιά μου είναι ακόμα Κυριακή και φυσάει,
στο δέρμα και στα γράμματα,
κι η μουσική με χαιδεύει στα μαλλιά
και απαλά μου λέει,
την ταλευταία του καλοκαιριού τη νύχτα,
όσο σκληρό ή τρυφερό,
περήφανο ή μόνο,
πάντα παιδί.